Σε μια δραματική κομεντί που είδα πριν από χρόνια, η έφηβη εβραία κεντρική ηρωίδα διατρέχει ατελείωτους καταλόγους με θύματα του Ολοκαυτώματος, όπου αναγράφεται η χρονιά θανάτου ενός εκάστου, και αναρωτιέται με βλάσφημη αφέλεια: «Γιατί θα πρέπει εσαεί να συνδέουμε το όνομά τους με την πιο φρικτή τους ώρα; Γιατί να μην αναγράφεται πότε έφαγαν το πρώτο τους παγωτό; Πότε είδαν πρώτη φορά τη θάλασσα; Πότε ερωτεύτηκαν;». Είναι αλήθεια πως, ακόμη κι εκείνοι που είχαν την πλέον άθλια μοίρα, θα πρέπει να βίωσαν κάποτε και κάποιες στιγμές ευτυχίας, έστω και απειροελάχιστες, σταγόνες στον ωκεανό της κατοπινής τους δυστυχίας. Εάν θέλουμε όμως να ακολουθήσουμε τη βλασφημία έως την ακραία της συνέπεια, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι αντίστοιχα σκιρτήματα ανθρωπιάς θα πρέπει να βίωσαν και τα κτήνη που τους οδήγησαν στα κρεματόρια.
   Στο βιβλίο του «Ερμηνεύοντας τον Χίτλερ» (εκδόσεις Κέδρος, 2001) ο αμερικανός συγγραφέας Ρον Ρόζενμπαουμ, επιχειρώντας να περικυκλώσει το ναζιστικό φαινόμενο από όλες τις μπάντες, ασχολείται και με μια ιδιότυπη συλλεκτική μόδα υπό την εύγλωττη επωνυμία «Ο Χίτλερ με τις παντόφλες», που γνώρισε ιδιαίτερη έξαρση προς τα τέλη του 20ού αιώνα και, έκτοτε, περνάει από διαδοχικές φάσεις εκτόνωσης και αναζωπύρωσης. Οι συλλέκτες αυτού του ρεύματος, συνήθως νεοναζιστές και οι ίδιοι, ψάχνουν μανιωδώς, εντοπίζουν και μαζεύουν ιδιωτικά κειμήλια, πρωτίστως από τη χιτλερική περίοδο, αλλά δευτερευόντως και από την αντίστοιχη μουσολινική (ειρήσθω εν παρόδω, πάμπολλα ανάλογα κειμήλια βρέθηκαν στην κατοχή του Χρήστου Παππά, άτυπου υπαρχηγού της Χρυσής Αυγής, φωτογραφίστηκαν κι επισυνάφθηκαν στο παραπεμπτικό πολυσέλιδο βούλευμα του εισαγγελέα Ισίδωρου Ντογιάκου). Σε συνδυασμό με μαρτυρίες που επικεντρώνονται σε ευρέως άγνωστες λεπτομέρειες από τον ιδιωτικό βίο των δύο τυράννων, τα κειμήλια αναδεικνύουν την «ανθρώπινη» πλευρά τους, την ευάλωτη έως και συμπαθητική: ο Χίτλερ χαϊδεύει παιδιά, σκυλιά και ξανθές (όχι πάντοτε με αυτή τη σειρά), ο κοντούλης Μουσολίνι επιδεικνύει κωμικά την τεστοστερόνη του, αμφότεροι γράφουν σπαραξικάρδιες επιστολές στις αγαπημένες τους και ξενυχτούν κάτω από τα μπαλκόνια τους, λίγα χρόνια πριν βυθίσουν στο σκοτάδι την ανθρωπότητα. Τα γλυκουλίνια μου. Ψυχούλες.
  Την περασμένη Τετάρτη προβλήθηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας το ντοκιμαντέρ του Νορβηγού Χάβαρντ Μπούστνες «Τα κορίτσια της Χρυσής Αυγής» (2017). Δεν είναι η πρώτη φορά που κάποιος μη φιλικά προσκείμενος – κι εκ του αποτελέσματος εμφανώς εχθρικά διακείμενος – προσεγγίζει τη ναζιστική οργάνωση και καταγράφει τη δράση της «εκ των έσω». Εχουν προηγηθεί οι «Καθαριστές» (2012) του Κωνσταντίνου Γεωργούση και η «Χρυσή Αυγή: μια προσωπική υπόθεση» (2016) της Αγγελικής Κουρούνη. Βεβαίως, κάθε σχετική πρωτοβουλία – όπως πολύ σωστά επισημαίνει η Ξένια Κουναλάκη στην «Καθημερινή» της 10/4/18 – εγείρει την απορία πώς εκμαιεύτηκε η εμπιστοσύνη των χρυσαυγιτών προς τους συγκεκριμένους κινηματογραφιστές, αν όχι με δόλο κι εξαπάτηση. Ενα μέρος της απάντησης βρίσκεται σίγουρα στη φιλάρεσκη όσο και πολιτική ανάγκη των ίδιων των ναζιστών να δείξουν πως είναι «συνηθισμένοι άνθρωποι, όχι τέρατα και δαίμονες», όπως δηλώνει η γυναίκα του βουλευτή Γερμενή (Καιάδα) στην ταινία του Μπούστνες, ένα άλλο μέρος εξηγείται από το γεγονός ότι οι σκηνοθέτες είναι συνήθως άγνωστοι στους χρυσαυγίτες (αλλά και στο πανελλήνιο) και τα συνεργεία τους συνήθως ξένης υπηκοότητας – μολαταύτα η ηθική διάσταση της προσέγγισης δεν παύει να φλερτάρει έντονα με τον κυνισμό ενός «σκοπού που αγιάζει τα μέσα». Πάμε παρακάτω.
Τα «Κορίτσια της Χρυσής Αυγής» διαφέρουν από τα δύο άλλα ντοκιμαντέρ ως προς τον βαθμό της διείσδυσης. Ισως επειδή τον βοηθάει και η ήπια (παραπλανητική;) ιδιοσυγκρασία του, ο Μπούστνες καταφέρνει, όχι μονάχα να μιλήσουν στην κάμερα, αλλά κυριολεκτικά να πάρει κατά πόδας τρεις γυναίκες που συνδέονται με δεσμούς αίματος και αγχιστείας με τα πρωτοκλασάτα στελέχη της οργάνωσης: την Ουρανία, μοναχοπαίδι του φύρερ-μπρελόκ, την Τζένη, σύζυγο του Καιάδα και τη Δάφνη, μητέρα του βουλευτή Ηλιόπουλου. Παίρνοντας μάτι την καθημερινότητά τους, μέσα από τον φακό του Μπούστνες, μαθαίνουμε τσάμπα ή με το ελάχιστο αντίτιμο ενός εισιτηρίου πληροφορίες που οι συλλέκτες του «Χίτλερ με τις παντόφλες» θα πλήρωναν όσο όσο. Οτι η Ουρανία κάνει ένα μεταπτυχιακό στην ψυχοπαθολογία (αδύνατον να μη μειδιάσεις στο συγκεκριμένο σημείο), μιλάει σαφώς καλύτερα αγγλικά από τον μπαμπά της, της αρέσουν τα σκυλιά και τα γατιά (αλλά, κατά δήλωσή της, όχι οι άνθρωποι!), έχει μεγάλη συλλογή από ταινίες Ντίσνεϊ και παίζει με τους φίλους της επιτραπέζια αντί να «πίνει αίμα» (sic). Οτι η Τζένη θεωρεί μεγαλύτερο επίτευγμά της τη γέννηση του παιδιού της παρά την είσοδο του άνδρα της στο Κοινοβούλιο και, αφού στα γερμανικά «ναζισμός» σημαίνει «εθνικισμός», δεν καταλαβαίνει προς τι όλη η βαβούρα (στα λόγια μας έρχεσαι, βρε Τζένη). Οτι η Δάφνη διδάσκει στα εγγόνια της ότι το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή είναι «η αγάπη», αλλά καλού-κακού δίνει στον εγγονό της κι ένα πλαστικό Καλάσνικοφ, πού ξέρεις τι σου ξημερώνει… Οχι, ούτε συζήτηση. Εάν διατηρείτε έστω και την παραμικρή αμφιβολία ότι οι φασίστες είναι άνθρωποι, σας τη διαλύει ο Μπούστνες άπαξ διά παντός. Ούτε οπλές, ούτε ουρές, ούτε κέρατα. Ανθρωποι καραμπινάτοι.
  
Υποτίθεται πως αυτά τα έχουμε λυμένα από τον καιρό της Χάνα Αρεντ. Στο δοκίμιό της «Ο Αϊχμαν στην Ιερουσαλήμ» (εκδόσεις Νησίδες 2009), η Αρεντ σόκαρε τον πνευματικό κόσμο, κατά τη δεκαετία του 1960, μιλώντας πρώτη φορά για την «Κοινοτοπία του Κακού», τη δυσάρεστη και πολλαπλά άβολη ιδέα ότι για τα αδιανόητα εγκλήματα σε στρατόπεδα όπως το Αουσβιτς και το Νταχάου ευθύνονταν συνηθισμένοι, καθημερινοί άνθρωποι όπως ο Αντολφ Αϊχμαν και ο Ρούντολφ Χες, ανίκανοι να συναισθανθούν την οδύνη εκατομμυρίων συνανθρώπων τους – αφ" ης στιγμής τους θεωρούσαν «υπανθρώπους» – αλλά πλήρως ικανοί να μεριμνήσουν για τον καλλωπισμό του κήπου τους ή να ανησυχήσουν για το κρυολόγημα της κορούλας τους. Ας μην είμαστε όμως άδικοι και με τον Μπούστνες. Δεν μας κρύβει ούτε τις θαυμαστές αυτοδικίες των ταγμάτων εφόδου της Χρυσής Αυγής, ιδίως πριν από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ούτε τα ναζιστικά ιδεολογικά αναμασήματα των «κοριτσιών» της: να και τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, να και η Νέα Τάξη Πραγμάτων, να και η συνωμοσία για την εξαφάνιση του ελληνικού έθνους – «Ινκας θα μας κάνουν!», ωρύεται η μητέρα του Ηλιόπουλου… Ωστόσο, το καλύτερο μας το φυλάει για το φινάλε. Είναι μια βάφτιση. Μια χαριτωμένη χριστιανική βάφτιση μιας αξιολάτρευτης μπεμπέκας. Ευτυχισμένος πατέρας ο Ηλιόπουλος. Νονός ο Κασιδιάρης. Και το όνομα της τυχερής; «Χρυσαυγή». Μπρρρ. Τέτοιο σύγκρυο, από το «Μωρό της Ρόζμαρι» είχα να νιώσω.