Villagers of Ioannina City
Κλαρίνο και ψυχεδέλεια
Εντυσαν τα ηπειρώτικα τραγούδια με μπόλικη ψυχεδέλεια, post και stoner rock και απέδειξαν ότι τα είδη είναι για να σμίγουν και όχι να διαχωρίζουν τη μουσική. Οι Villagers of Ioannina City κατέγραψαν το 2007 τις προθέσεις και τη μουσική τους ιδιορρυθμία στο CD «Riza» – 500 αντίτυπα σε μορφή δίσκου βινυλίου κι άλλα 500 σε μορφή CD – που αποτέλεσε και το βήμα για να αρχίσει να τους γνωρίζει, και να γοητεύεται από τον ήχο τους, το κοινό πέρα από τα σύνορα των Ιωαννίνων. Λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε το EP «Zvara / Karakolia» και σε λίγο καιρό οι Villagers of Ioannina City (Αλέξης Καραμέτης – κιθάρα, φωνή, Ακης Ζώης – μπάσο, Αρης Γιαννόπουλος – τύμπανα, Κωνσταντής Πιστιόλης – κλαρίνο, πνευστά, Κώστας Λάζος – γκάιντα, πνευστά) θα κυκλοφορήσουν τη νέα τους δουλειά. Μέσα από τη μουσική τους έδωσαν μουσική στέγη στους ανθρώπους της πόλης που δεν έχουν χωριό. Εφεραν την παράδοση στην πόλη με τον πιο ευγενή και δυναμικό τρόπο. Αλλωστε, όπως είχαν δηλώσει στη γράφουσα σε παλιότερη συνέντευξη στα «ΝΕΑ», «υπάρχει μια προκατάληψη ότι το κλαρίνο είναι μόνο για πανηγύρια, συμβολίζει κάτι παλιό και κάτι κακόγουστο». Το αρνητικό πρόσημο που έχει δοθεί στην παράδοση πολλές φορές συνδέεται με συντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές θέσεις, αλλά όπως είχε εξηγήσει ο Αλέξης Καραμέτης: «Και τι έγινε; Μπορεί να βγαίνουν οι χρυσαυγίτες και να παπαγαλίζουν αρχαία ρητά χωρίς να ξέρουν καν τι σημαίνουν. Εμείς θα πρέπει να σταματήσουμε να διαβάζουμε Πλάτωνα και Αριστοτέλη;».
Balothizer
Και κρητικό και πανκ
Οι μπαλοθιές στους γάμους που γίνονται σε κλειστούς χώρους στην Κρήτη απαγορεύονται. Γι" αυτό και κάποιοι μουσικοί έχουν συνδέσει ένα «πεταλάκι» με το λαούτο τους, ώστε να παράγει το εφέ της μπαλοθιάς. Οταν το είδε αυτό ο Παύλος Μαυροματάκης, κλείδωσε το όνομα του γκρουπ που είχε αρχίσει ήδη να κάνει τα πρώτα βήματά του στο Λονδίνο – μαζί με τον λαουτιέρη Νίκο Ζιάρκα και τον βρετανό ντράμερ και θερμό οπαδό της κρητικής παράδοσης Στιβ Μπόνγκο ή κατά κόσμον Στίβεν Τζ. Πέιν.
Υστερα από περιπέτειες στο επαγγελµατικό πεδίο έχουν καταφέρει να βιοπορίζονται µόνο µέσα από τη µουσική τους µε λάιβ σε λονδρέζικα στέκια και ανά την Ευρώπη.
Προς το παρόν ρυθμίζουν τις λεπτομέρειες του πρώτου τους δίσκου με τίτλο που υπόσχεται συνέχεια: «Cretan music from hell», με ήχο Cretan-thrash post-punk, όπως πολλές φορές έχει περιγραφεί.
Ο Παύλος Μαυροματάκης εξηγεί ότι «αυτό που θέλουμε δεν είναι μόνο να δείξουμε τις επιρροές μας και τα ακούσματά μας – κάτι που περιγράφεται με τον τρόπο που παίζουμε τα παραδοσιακά.
Ο τρόπος και οι λέξεις που χρησιμοποιούμε στους δικούς μας στίχους, οι οποίοι μπλέκονται με τις παραδοσιακές μαντινάδες, είναι πολιτική θέση». Οπως και να έχει, το δυναμικό τρίο με τον ιδιαίτερο ήχο έχει αποκτήσει θερμούς υποστηρικτές στο ευρωπαϊκό μουσικόφιλο κοινό. Το στοίχημά τους τώρα είναι να κατακτήσουν και το ελληνικό.
String Demons
Μπετόβεν και Τσιτσάνης
«Δεν το κάνουμε για να προκαλέσουμε, αλλά για να τσιγκλήσουμε όσους έχουν την κλασική μουσική σε καθεστώς υπερπροστασίας», λένε ο Κωνσταντίνος και η Λυδία Μπουντούνη και μάλλον τα καταφέρνουν. Οταν επιχειρούσαν να συγκεράσουν πάνω στις χορδές του βιολιού και του βιολοντσέλου αταίριαστους μουσικούς κόσμους, είχαν την αγωνία του ρίσκου. Ομως τους βγήκε σε καλό, όπως δείχνουν οι πετυχημένες παραστάσεις τους αλλά και η υποδοχή του μουσικόφιλου κοινού στους δύο δίσκους τους. Το 2016 κυκλοφόρησαν το «Fear of the Bach», με το οποίο συνδύασαν τη heavy metal με την παραδοσιακή και την κλασική μουσική, και στις αρχές του χρόνου το «Rise of Strings»: διασκευές των Lady Gaga, Beethoven, ΑΒΒΑ, Vivaldi με beat διάθεση, ποντιακούς ρυθμούς συνδυασμένους με ποπ μουσική. «Για μας το σημαντικό είναι να χρησιμοποιήσουμε την κλασική μας παιδεία με τα ακούσματά μας από όλα τα είδη της μουσικής. Είναι στοίχημα για μας να διηγηθούμε μέσα από τη μουσική μας αυτό που πιστεύουμε: ότι η μουσική δεν είναι είδος και ήχος, αλλά κυρίως συναίσθημα», εξηγεί ο Κωνσταντίνος Μπουντούνης. «Μπορεί ο Μπετόβεν και ο Τσιτσάνης να έζησαν σε διαφορετική εποχή και να εκφράστηκαν από διαφορετικούς δρόμους, αλλά έζησαν τον έρωτα και τις υπαρξιακές τους αγωνίες με πάθος και δύναμη. Αυτός είναι ο πυρήνας της δημιουργίας: η δεξαμενή των συναισθημάτων, εκεί όπου εμείς βουτάμε όταν παίζουμε». Για όσους θέλουν να έχουν εντύπωση από πρώτη… ακρόαση, απόψε το συγκρότημα εμφανίζεται στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στην παράσταση «200 κιθάρες – Βαγγέλης Μπουντούνης: Αρωμα Ελλάδας».
Social Waste
Σαμπλάρισμα με Βαμβακάρη
«Εγώ έχω να πω τα καλύτερα για τα νέα σχήματα. Από την Κρήτη θα έλεγα για τους Social Waste, 17 χρονών, που θα τους χρυσοπλήρωναν έξω». Ετσι σύστηνε το 1999 ο αρχιερέας του ελληνικού χιπ-χοπ BD Foxmoor – κατά κόσμον Μιχάλης Μυτακίδης – το γκρουπ με τις κοφτερές ρίμες. Οι κοινωνικοπολιτικές τους ανησυχίες διασταυρώνονται με τους ήχους από την παράδοση της Κρήτης κάνοντας τον γύρο του κόσμου – από τη Γερμανία και τη Νορβηγία μέχρι το Μεξικό. Η πορεία της ιδιοσυγκρασιακής μπάντας με το δυναμικό ξεκίνημα διεκόπη το 2004. Το 2013 έκαναν δυναμική επιστροφή κυκλοφορώντας το άλμπουμ «Στη γιορτή της ουτοπίας». Δύο χρόνια μετά ακολούθησε το «Με μια πειρατική γαλέρα» και τον Φεβρουάριο του 2017 παρουσίασαν μαζί με τα Αντίποινα «Το χιπ-χοπ της Μεσογείου». Ενα CD, όπως λένε, που «σουλατσάρει στα στενά της Μασσαλίας ακροπατώντας πάνω σε ρυθμούς απ" το Μάγρεμπ. Στην Τύνιδα προκαλεί λαϊκό ξεσηκωμό και μπαίνει στη μύτη του δικτάτορα στο Κάιρο και στη Δαμασκό. Παίζει λαούτο στην Κρήτη και στον Ελικώνα γκάιντα, ενώ στη Σεβίλλη «παίζουν αλέγκρο την καρδιά του» σε μια κιθάρα σπανιόλα. Σαμπλάρει Φεϊρούζ και Μάρκο Βαμβακάρη και ραπάρει τα κουπλέ και τα ρεφρέν του στα αραβικά, τα ελληνικά, τα ιταλικά, τα ισπανικά, τα γαλλικά, τα σερβοκροατικά, τα αλβανικά, τα καταλανικά, τα ανταλού, τα σάρντο, τα εβραϊκά και τα τουρκικά. Μπεντίρ πολίτικα και καλαβρέζικα ταμπουρέλα του κρατούν τον ρυθμό. Και στα γκραφίτι του, «Ο Παύλος ζει»…».