Ανατροπές στο κυβερνητικό αφήγημα περί καθαρής εξόδου κρύβουν οι θέσεις των δανειστών αλλά και οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Δημοσίευμα της εφημερίδας «Süddeutsche Zeitung» του Μονάχου, επικαλούμενο αποκλειστικές πληροφορίες, αναφέρει ότι οι δανειστές εξετάζουν το ενδεχόμενο παράτασης του τρίτου ελληνικού προγράμματος, το οποίο λήγει κανονικά τον Αύγουστο, για μερικούς μήνες.
Ο λόγος είναι ότι για πολλοστή φορά η ελληνική κυβέρνηση χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να υλοποιήσει τις μεταρρυθμιστικές της υποχρεώσεις, όπως αναμετέδωσε η Deutche Welle, προσθέτοντας επιπλέον ότι το ΔΝΤ θα πρέπει να απαντήσει οριστικά για το εάν θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα. Η συμμετοχή του Ταμείου εξαρτάται από την προηγούμενη συμφωνία με τους Ευρωπαίους και μέχρι σήμερα εξακολουθούν να υπάρχουν αποστάσεις. Αύριο στην Ουάσιγκτον, ΔΝΤ, ΕΚΤ, Κομισιόν, ESM και οι υπουργοί Οικονομικών Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας και Ισπανίας αναμένεται να συζητήσουν για όλες τις πτυχές του ελληνικού ζητήματος με φόντο και τις νεότερες προβλέψεις του Ταμείου.
Το ΔΝΤ, μετά την απότομη προσγείωση των εκτιμήσεων για τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (στο 2% από 2,6%), προχώρησε χθες και σε νεότερες εκτιμήσεις για τα πρωτογενή πλεονάσματα. Η απόσταση που χωρίζει τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης και του Ταμείου για το 2018 φτάνει το 1,1 δισ. ευρώ ενώ οι πληροφορίες επιμένουν ότι το ΔΝΤ θα ζητήσει την ταυτόχρονη περικοπή συντάξεων και αφορολογήτου από το 2019, ακυρώνοντας κάθε γραμμή στο αφήγημα της καθαρής εξόδου.
Στην έκθεσή του εκτιμά ότι το φετινό πλεόνασμα θα κινηθεί πέριξ του 2,9% του ΑΕΠ, όταν ο στόχος είναι 3,5%. Για την επόμενη διετία προβλέπει επίτευξη των στόχων πρωτογενών πλεονασμάτων 3,5% του ΑΕΠ, κρατώντας όμως κλειστά τα χαρτιά του για τον τρόπο με τον οποίο θα «βγουν τα νούμερα» κατά την προσφιλή έκφραση των στελεχών του.
Μέχρι σήμερα ακόμα και όταν εκτιμούσε ότι το πλεόνασμα του 2018 θα είναι 2,2% του ΑΕΠ, το ΔΝΤ δεν είχε θέσει ζήτημα άμεσης λήψης πρόσθετων μέτρων. Το ζήτημα φαίνεται πως δεν είναι – μέχρι τώρα τουλάχιστον – το 2018 αλλά τα επόμενα χρόνια.
Μέσω ευρωπαϊκών διαρροών το προηγούμενο διάστημα έχει φανεί ότι το Ταμείο δεν πρόκειται να συμβιβαστεί με τίποτα λιγότερο από την παράλληλη εφαρμογή των ψηφισμένων μέτρων για περικοπή των συντάξεων έως και κατά 18% και του αφορολογήτου έως και στα 5.700 ευρώ από την 1η Ιανουαρίου 2019, χωρίς μάλιστα να εφαρμοστούν αντίμετρα. Οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν διαψευστεί παρά τις αλλεπάλληλες ερωτήσεις από τους εκπροσώπους του ΔΝΤ. Ενδεχομένως η αυριανή συνέντευξη του Πολ Τόμσεν να ρίξει κάποιο φως στην υπόθεση.
Εναντι του κινδύνου εφαρμογής μέτρων ύψους 4 δισ. ευρώ από το 2019 και ενδεχομένως στρώνοντας νωρίτερα προεκλογικό χαλί, ορισμένα κομματικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ φτάνουν στο άλλο άκρο.
Στους διαδρόμους του υπουργείου Εργασίας κυκλοφορεί με ολοένα και μεγαλύτερη ένταση τις τελευταίες ημέρες η «πληροφορία» ότι τελικά δεν θα εφαρμοστούν οι ψηφισμένες μειώσεις στις συντάξεις με το αιτιολογικό ότι «δεν χρειάζονται, καθώς έχει μεσολαβήσει μεγάλη μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης». Με βάση τις διατυπωμένες θέσεις των δανειστών, οι «πληροφορίες» αυτές δεν αποτελούν τίποτα περισσότερο από όνειρα θερινής – ή προεκλογικής – νυκτός.
Τι πραγματικά θα συμβεί στο μέτωπο των μέτρων αναμένεται να ξεκαθαρίσει το αργότερο τον Ιούνιο σε συνδυασμό με το πακέτο των μεταμνημονιακών δεσμεύσεων και της όποιας ρύθμισης του χρέους, εκτός και αν προκύψει παράταση του Μνημονίου με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τον εκλογικό σχεδιασμό.

Νέα καμπανάκια από Στουρνάρα
Στο 2% χαμήλωσε και η Τράπεζα της Ελλάδος την πρόβλεψη για τον φετινό ρυθμό ανάπτυξης, με τον διοικητή Γιάννη Στουρνάρα να στέλνει σαφές μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση: αν δεν θέλετε προληπτική γραμμή πίστωσης, βρείτε τρόπο ώστε τα ελληνικά ομόλογα να συνεχίσουν να είναι επιλέξιμα από την ΕΚΤ ακόμα και μετά το τέλος του προγράμματος. Κατά την άποψη του διοικητή, η λήψη προληπτικής γραμμής πίστωσης θα ήταν παραπάνω από χρήσιμη. Είναι ξεκάθαρο πλέον όμως πως ούτε η κυβέρνηση προτίθεται να τη ζητήσει, ούτε τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης είναι διατεθειμένα να τη χορηγήσουν. 
Με χθεσινή ομιλία του ο Γιάννης Στουρνάρας τόνισε ότι διατήρηση της «“παρέκκλισης” (waiver) θα μειώσει το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών από την ΕΚΤ, αλλά και μέσω των πράξεων χρηματοδότησης από τις αγορές (repos). Θα μειώσει όμως και το κόστος δανεισμού του Δημοσίου, διότι τα ελληνικά ομόλογα θα είναι αποδεκτά στις πράξεις αγοράς κρατικών ομολόγων της ΕΚΤ στο πλαίσιο της ποσοτικής χαλάρωσης, είτε στην κανονική χρονική περίοδο ή στην περίοδο επανεπένδυσης (reinvestment period)», επαναφέροντας στο προσκήνιο και το QE. Τέλος, ο διοικητής της ΤτΕ εκτίμησε ότι τα αποτελέσματα των στρες τεστ θα είναι θετικά για όλες τις τράπεζες.