Εχουν περάσει πάνω από 150 χρόνια από εκείνη την ανοιξιάτικη ημέρα που ο 30χρονος, τότε, συγγραφέας, φωτογράφος, μαθηματικός και κληρικός Τσαρλς Λούτγουιτζ Ντότζσον, γνωστός με το ψευδώνυμο Λούις Κάρολ, πήγε μια εκδρομή στο δάσος, στα πέριξ της Οξφόρδης, με τον πρύτανη του κολεγίου του Χένρι Λίντελ και τις κόρες του Λορίνα, Ιντιθ και Αλις Λίντελ. Για να διασκεδάσει τα κορίτσια (και ιδιαίτερα την Αλις που της είχε αδυναμία και την είχε φωτογραφίσει σε πόζες που σήμερα θα προκαλούσαν τουλάχιστον αμηχανία) σκαρφίστηκε διάφορα παιχνίδια. Αυτά αποτέλεσαν την αρχική έμπνευση για το εμβληματικό παιδικό μυθιστόρημα «Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» που κυκλοφόρησε το 1865. Ενα τρομαχτικό παραμύθι που ξεκινάει όταν η Αλίκη πέφτει σε μια λαγουδότρυπα και από εκεί φτάνει στα έγκατα της Γης όπου γνωρίζει αλλόκοτα πλάσματα ενός αλλόκοτου κόσμου.
Η ασάφεια των λέξεων, των εννοιών και των χαρακτήρων στο έργο θεωρούνται από τους αναλυτές της εποχής μας πολύ δυνατοί συμβολισμοί που παραπέμπουν στην παιδοφιλία (ο ίδιος ο Κάρολ είχε κατηγορηθεί για τις «παιδικές φιλίες» του, κάποιοι βιογράφοι του μάλιστα ισχυρίζονται ότι είχε ζητήσει σε γάμο την 11χρονη Αλις), στα ναρκωτικά, στις διατροφικές διαταραχές. Κυρίως όμως περιγράφουν το πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η αθωότητα σε συνδυασμό με την περιέργεια ενός παιδιού, όταν βρεθεί σε ένα άγνωστό του περιβάλλον όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Δεν θα μπορούσε, νομίζω, να υπάρξει γλαφυρότερο προφητικό μυθιστόρημα όσον αφορά τις διαδρομές των ανηλίκων στο Διαδίκτυο.
Μια αχαρτογράφητη περιοχή γεμάτη λαγουδότρυπες που μπορεί να «καταπιούν» την παιδική ευπιστία. Μια εικονική πραγματικότητα όπου ο φόβος ερεθίζει και προκαλεί. Και, τελικά, αντί να αναστέλλει, παρασύρει. Εκατομμύρια «Αλίκες», και των δύο φύλων, σε μια εκμαυλιστική χώρα ηλεκτρονικών θαυμάτων, να περιφέρονται χωρίς πλοηγό. Τον κίνδυνο τον έχει περιγράψει πολύ χαρακτηριστικά άλλωστε και ο Κάρολ αναφερόμενος στο βιβλίο του: «Οταν δεν ξέρεις πού να πας, όλοι οι δρόμοι οδηγούν εκεί».