Το ΚΚΕ είναι το κόμμα που στη μεταπολιτευτική ιστορία του προσέχει ιδιαίτερα την προστασία της τάξης. Η κριτική του είναι παλαιική. Τα θύματα που επικαλείται, φιλοτεχνώντας τις δικές του αγιογραφίες και το δικό του μαρτυρολόγιο, είναι παλαιά – του Εμφυλίου, της μετεμφυλιακής περιόδου και της χούντας. Στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης, προσωπικώς δεν άκουσα για στέλεχος ή και μέλος του ΚΚΕ που να συνελήφθη και να κρατήθηκε για πολιτικό ακτιβισμό. Αυτό σημαίνει ότι το κράτος, με καμία κυβέρνηση, δεν αντιμετωπίζει το ΚΚΕ ως αντισυστημική απειλή. Κάθε άλλο. Μέσω του συνδικαλισμού, στελέχη του έχουν πρόσβαση στο κομματικό κράτος.
Το ΚΚΕ δηλαδή είναι κομμάτι του συστήματος. Ενα κόμμα μηχανισμών που εξασφαλίζουν την αναπαραγωγή του, μια πειθαρχημένη δύναμη που αποστρέφεται οποιαδήποτε αλλαγή. Επίσης, ένας πολιτικός οργανισμός που, μαζί με την Εκκλησία, πιστεύει σε μια μεταφυσική τελειότητα, εν προκειμένω σε μια ιδανική κοινωνία την οποία τοποθετεί στο απώτερο μέλλον, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός. Ενας απόλυτα συντηρητικός μηχανισμός, που παρά τις διακηρύξεις των κειμένων του, συνιστά εγγύηση προστασίας του πολιτεύματος και γενικώς της σταθερότητας.
Η (κακά) οργανωμένη προσπάθεια μελών του κόμματος, συνεπώς, να ρίξουν το άγαλμα του Τρούμαν στη διάρκεια του προχθεσινού συλλαλητηρίου, ξενίζει. Ομως, η σκηνοθεσία του επεισοδίου (σαν επίθεση κουκουλοφόρων που βγαίνουν από αριστερή διαδήλωση την οποία δεν περιφρουρεί το ΚΚΕ, μόνο που αντί για κουκουλοφόρους πρωταγωνιστούν φαλακροί) δείχνει την αγωνία του Περισσού, με στοχευμένες συμβολικές ενέργειες και με τελετουργική πλην ελεγχόμενη βία στη σύγκρουση με την Αστυνομία, να προσεγγίσει αριστερούς οπαδούς που απογοητεύτηκαν σταδιακά από τη μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε μνημονιακό κόμμα.
Είναι μια αγωνία εύλογη. Ωστόσο, τα χαρακτηριστικά του κόμματος είναι τόσο ισχυρά ώστε η αντισυστημική βία να μοιάζει με κωμωδία. Η προσπάθεια να φαγωθεί ο ορείχαλκος του αγάλματος με τροχό, η αγωνία του παριστάμενου βουλευτή Χρήστου Κατσώτη να μην πάρει η Αστυνομία τον τροχό με φωνές «αυτό είναι φθορά ξένης ιδιοκτησίας», ή ο καβγάς κάποιου συντρόφου εν εξάλλω με τους αστυνομικούς των ΜΑΤ τους οποίους κατηγορούσε ότι έσπρωξαν «τον βουλευτή ρε;» θα μπορούσαν να είναι σκηνές από μια ταινία των Μόντι Πάιθον – αν ήξεραν την Ελλάδα. Καμία ανησυχία λοιπόν. Ή, όπως θα το απήγγελλε ο ποιητής του βουνού και του λόγγου Κώστας Κρυστάλλης, «αργά τα βόδια περπατούν και πού και πού μουγκρίζουν».