Αυτές τις μέρες προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες η «Προσβολή». Ηταν η πρώτη λιβανέζικη ταινία που έφθασε μέχρι την τελική πεντάδα των Οσκαρ, παρότι με το χρυσό αγαλματάκι έφυγε φέτος η Χιλή. Η καλογυρισμένη ταινία του Ζιάντ Ντουεϊρί δεν αποφεύγει τον διδακτισμό, μολονότι δύσκολα θα διδάξει αυτούς που θα έπρεπε, τους κατά τεκμήριο ανεπίδεκτους διδαχής. Επίσης, αν και εκ πρώτης όψεως ασχολείται με ένα αυστηρά «εσωτερικό ζήτημα» του Λιβάνου, θα μπορούσε να γυριστεί και στην Ελλάδα, τρεις σχεδόν δεκαετίες μετά τη λήξη του δικού μας εμφυλίου πολέμου (στην απίθανη περίπτωση, ας πούμε, που η μεταπολίτευση του 1974 λειτουργούσε για εμάς ως καταλύτης εθνικής αυτογνωσίας και όχι ως μια ακόμη ευκαιρία ιδεολογικού ρεβανσισμού, με αριστερό πρόσημο αυτή τη φορά), όπως θα μπορέσει να γυριστεί κάποτε και στη Συρία, όταν – πότε άραγε; – η μαρτυρική μεσανατολική χώρα αρχίσει να επουλώνει τα δικά της τραύματα. Είναι μια ταινία-πασπαρτού. Ξεκλειδώνει κάθε εμφύλιο και αποκαλύπτει τα δυσώδη εντόσθιά του.
 Ο εμφύλιος του Λιβάνου κράτησε χονδρικά 15 χρόνια, από τις πρώτες συγκρούσεις το 1975 έως την επίσημη ανακωχή του 1990, αλλά – όπως ακούγεται κάποια στιγμή και στην ταινία – στις συνειδήσεις των Λιβανέζων συνεχίζεται έως σήμερα. Το υψηλό κόστος σε ζωές, γύρω στους 120.000 νεκρούς, φανερώνει πως καμία πλευρά δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν βούτηξε τα χέρια της στο αίμα. Η χώρα ήταν θεμελιωμένη εξαρχής στη θεσμική αντινομία. Την εξουσία ασκούσε παραδοσιακά η πληθυσμιακή μειοψηφία των χριστιανών καθολικών (Μαρωνίτες), εκμεταλλευόμενη και το αλληλοφάγωμα στους κόλπους της μουσουλμανικής πλειοψηφίας, ανάμεσα στους σουνίτες και τους σιίτες. Μετά την ίδρυση του Ισραήλ, το 1948, την πληθυσμιακή ανισορροπία ήρθε να ενισχύσει η εισροή 100.000 παλαιστινίων προσφύγων που – όπως και στην περίπτωση της Ιορδανίας – δεν τους αναγνωρίστηκε κανένα πολιτικό δικαίωμα, γρήγορα γκετοποιήθηκαν και άρχισαν να λειτουργούν ως ένα ιδιότυπο «κράτος εν κράτει», αντιμαχόμενο την κυβέρνηση.
Το καλοκαίρι του 1982, τρεις μήνες πριν δολοφονηθεί και ο ίδιος, ο χριστιανός φαλαγγίτης Μπασίρ Τζεμαγέλ διέταξε τους άνδρες του να εισβάλουν στους παλαιστινιακούς καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα και να κατασφάξουν τους πρόσφυγες. Θεωρείται πλέον κοινά αποδεκτό ότι επέτρεψε τη σφαγή – εάν δεν έδωσε προσωπικά την εντολή – ο τότε αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων Αριέλ Σαρόν. Εδώ εδράζεται και η «προσβολή» του χριστιανού κεντρικού ήρωα της ταινίας, οπαδού του κόμματος του Τζεμαγέλ (κομματικού πλέον οσιομάρτυρα), προς τον παλαιστίνιο πρόσφυγα/αντίπαλό του: «Μακάρι να σας είχε ξεπαστρέψει όλους ο Αριέλ Σαρόν». Αυτή όμως η «προσβολή» δεν είναι και ο πυροκροτητής για την έκρηξη των πολιτικών παθών. Ο πυροκροτητής είναι μια χαλασμένη υδρορρόη σε διαμέρισμα πολυκατοικίας. Οταν υφίσταται το κατάλληλο ψυχολογικό υπόστρωμα, πυροκροτητής μπορεί να είναι οποιοσδήποτε.
Οι δύο «εχθροί» στον νέο ακήρυκτο εμφύλιο δεν είναι πολιτικοί παράγοντες. Ο χριστιανός φαλαγγίτης είναι μηχανικός αυτοκινήτων, ο παλαιστίνιος πρόσφυγας είναι εργοδηγός. Αμφότεροι είναι μετριοπαθέστεροι από τις πολιτικές δυνάμεις που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Αμφότεροι δείχνουν έτοιμοι να επιδείξουν την κατανόηση που αρνούνται να επιδείξουν εκείνοι που πολιτικά θέλουν να τους χειραγωγήσουν και να τους εκμεταλλευθούν. Αμφότεροι συμφιλιώνονται με την ιδέα ότι στον εμφύλιο της πατρίδας τους, όπως και σε κάθε εμφύλιο, δεν υπήρξαν θύματα που, με την πρώτη ευκαιρία, να μην πέρασαν και στην πλευρά των θυτών. Ο πρόσφατος διαδικτυακός σάλος για την απότιση φόρου τιμής από τον Κώστα Μπακογιάννη στον εκλιπόντα Καπετάν Ερμή – θύμα/θύτη του δικού μας εμφυλίου – σου υπενθυμίζει ότι πάντοτε θα βρίσκεται πρόχειρος ένας πυροκροτητής. Το ίδιο και η ευκαιρία να τον απενεργοποιήσεις.