Ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Αντόνιο Γκουτέρες αναφέρθηκε πριν από λίγες ημέρες στη δυναμική επιστροφή μιας λογικής Ψυχρού Πολέμου στο διεθνές σύστημα, ο οποίος όμως είναι διαφορετικός από τον προηγούμενο. Η βασική του διαφορά είναι ότι δεν είναι… ψυχρός, αλλά μάλλον θερμός. Η απόφαση των Ηνωμένων Πολιτειών για το προχθεσινό πυραυλικό πλήγμα κατά εγκαταστάσεων χημικών όπλων του καθεστώτος Ασαντ, με τη μικρή συνδρομή Βρετανίας και Γαλλίας, ίσως έχει έναν πολιτικό στόχο που δεν είναι απαραίτητα ορατός διά γυμνού οφθαλμού. Πρόκειται για την επιστροφή της Ουάσιγκτον στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την επόμενη ημέρα του Συριακού.
Η αμερικανική πολιτική στη Συρία, ιδιαίτερα μετά την εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους, ήταν εστιασμένη στην εξάρθρωση αυτής της νέας τρομοκρατικής οργάνωσης. Αυτό το σκεπτικό υποτασσόταν στο δόγμα του πολέμου εναντίον της τρομοκρατίας, με την παράλληλη αποφυγή εμπλοκής των Ηνωμένων Πολιτειών σε μια σύγκρουση όπως εκείνη του Ιράκ. Φαίνεται όμως ότι αυτό τώρα αλλάζει.
Οι διπλωματικές συνομιλίες για το Συριακό έχουν εξέλθει εδώ και πολύ καιρό του πλαισίου των διαπραγματεύσεων της Γενεύης. Εχουν αντίθετα εισέλθει σε αυτό της «Διαδικασίας της Αστανά» (και στη συνέχεια του Σότσι), όπου κυριαρχεί η Ρωσία, συνεπικουρούμενη από το Ιράν και την Τουρκία. Ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε πρόσφατα ότι οι αμερικανικές δυνάμεις πρέπει να εγκαταλείψουν τη Συρία και ζήτησε από τη στρατιωτική ηγεσία να προετοιμάσει σχετικά σενάρια. Ωστόσο, οι στρατηγικοί εγκέφαλοι στην Ουάσιγκτον βλέπουν πλέον το Συριακό υπό άλλη θεώρηση. Αυτή περιστρέφεται γύρω από την αντιπαράθεση με τη Μόσχα και, κυρίως, με την Τεχεράνη.
Ο πυρήνας της πολιτικής Ομπάμα στη Μέση Ανατολή διακρινόταν από το ριζοσπαστικό στοιχείο της προσέγγισης με το Ιράν μέσω μιας λύσης στο πυρηνικό πρόγραμμα του δεύτερου. Στο σημείο αυτό υπάρχει πλήρης μεταστροφή και η ισραηλινή οπτική των πραγμάτων έχει επιστρέψει στην Ουάσιγκτον. Επομένως, οι Αμερικανοί πρέπει να επιστρέψουν στο τραπέζι των συνομιλιών για το Συριακό, ώστε η χώρα αυτή (σε όποια μορφή κι αν επιβιώσει μετά το τέλος του εμφύλιου πολέμου) να μη βρίσκεται υπό ιρανική επιρροή τέτοια που να επηρεάζει τα συμφέροντα ασφαλείας του Ισραήλ. Το Τελ Αβίβ δεν είναι άλλωστε διατεθειμένο να επιτρέψει ένα ενδεχόμενο περαιτέρω διεύρυνσης της επιρροής της Τεχεράνης προς τη Μεσόγειο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν λοιπόν επιστροφή στο τραπέζι των συνομιλιών για την επόμενη μέρα της Συρίας και παράλληλη ανάσχεση των ιρανικών φιλοδοξιών περιφερειακής ισχύος. Τα βλέμματα όσων γνωρίζουν έχουν πλέον στραφεί στο αν ο Ντόναλντ Τραμπ θα αποφασίσει να εξέλθει της συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα τον προσεχή Μάιο. Μια τέτοια κίνηση δύσκολα θα μείνει αναπάντητη από την Τεχεράνη και δυστυχώς θεωρείται αρκετά πιθανή μετά την ανάληψη της θέσης του συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Λευκού Οίκου από τον Τζον Μπόλτον.

ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ ΥΠΟΔΟΜΗ. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ενωση, προεξαρχούσης της Γαλλίας που έχει πορευθεί με μια ανακόλουθη πολιτική στο Συριακό, επιδιώκει να κατευνάσει τον Τραμπ πιέζοντας για την επιβολή κυρώσεων σε ιρανικά πρόσωπα και οντότητες που είναι παρόντα στο συριακό έδαφος, ενώ σκέφτεται και πιθανά μέτρα εναντίον του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν – και όλα αυτά οι Ευρωπαίοι τα πράττουν σκεπτόμενοι προφανώς πρώτα τα τεράστια συμβόλαια που ήδη έχουν υπογράψει με το Ιράν στους τομείς της αναβάθμισης της πετρελαϊκής υποδομής και της εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων. Ο φόβος τους είναι ότι η αποχώρηση των ΗΠΑ θα σημάνει το τέλος της συμφωνίας και οι ίδιοι δεν έχουν τη διπλωματική ικανότητα να τη διατηρήσουν.
Οι περισσότερες χώρες – μέλη, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, έχουν ήδη παραδεχθεί τη διεύρυνση της ιρανικής επιρροής στην ευρύτερη περιοχή και θεωρούν ότι πρέπει να ανασχεθεί. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι ο έλληνας υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς συνέστησε στους ευρωπαίους ομολόγους του κατά τη διάρκεια του Συμβουλίου Εξωτερικών Υποθέσεων της 19ης Μαρτίου στις Βρυξέλλες (η σχετική διπλωματική αλληλογραφία βρίσκεται στη διάθεση των «ΝΕΩΝ») ότι η ΕΕ θα πρέπει να δράσει στρατηγικά και να αποτρέψει το Ιράν από την απόκτηση πρόσβασης στη Μεσόγειο! Πρόκειται για σημαντική ελληνική μετατόπιση υπέρ των ισραηλινών θέσεων, παρά την προσθήκη του Κοτζιά ότι η ΕΕ πρέπει παράλληλα να συγκρατήσει το Ισραήλ από την πυροδότηση μιας πολεμικής σύρραξης. Είναι άλλωστε σαφές ότι το Τελ Αβίβ δεν έχει ποτέ του λάβει στα σοβαρά οποιεσδήποτε ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, πόσω μάλλον σήμερα που η επιρροή του στην Ουάσιγκτον είναι υψηλή.