«Αποστολή εξετελέσθη» δήλωσε ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ για τη Συρία, κάτι που ασφαλώς δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι βομβαρδισμοί μπορεί να έλαβαν χώρα όπως όλος ο πλανήτης περίμενε, αλλά η επέλαση για την οποία προετοιμαζόμασταν περιορίστηκε σε έναν μεμονωμένο «βρυχηθμό» της συμμαχικής πολεμικής μηχανής, ο οποίος δεν είχε καν ως απώτερο στόχο την ανατροπή του καθεστώτος. Αν και όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ακόμα ανοιχτά, το επιθετικό ξέσπασμα αποτέλεσε μια προειδοποίηση προς τον Ασαντ και τους συμμάχους του, ότι η Δύση δεν θα μείνει με σταυρωμένα τα χέρια.  
Αλλά για ποιον λόγο τα χτυπήματα ήταν τόσο περιορισμένης έκτασης; Ο φόβος μιας περιφερειακής κλιμάκωσης της έντασης είναι μία παράμετρος, αλλά αυτό δεν αποτέλεσε στο παρελθόν αποτρεπτικό παράγοντα για μία επέμβαση.
Οι ΗΠΑ αισθάνθηκαν ότι έπρεπε να δώσουν το βροντερό «παρών», καθώς ο  Ασαντ και οι σύμμαχοί του κερδίζουν έδαφος. Παρά τις προσπάθειες των ΗΠΑ, η Ρωσία, το Ιράν και συνεπώς η Χεζμπολάχ αποκτούν ακόμα  μεγαλύτερη πολιτική και στρατηγική επιρροή, ενώ και οι οικονομικές σχέσεις όπως αναδύονται μέσα από τη σύρραξη θέτουν τους Αμερικανούς σε δυσμενή θέση.
Η Ρωσία είναι αποφασισμένη να μην επιτρέψει στη Συρία να πάρει τον δρόμο του Ιράκ και της Λιβύης. Οι Ρώσοι δεν θέλουν να επαναληφθεί αυτό που έπαθαν το 2003 με την πτώση του Σαντάμ και το 2011 με την πτώση του Καντάφι, όπου έμειναν επί ξύλου κρεμάμενοι με τις συμβατικές υποχρεώσεις των έκπτωτων καθεστώτων, ειδικά σε σχέση με την ενέργεια και τους εξοπλισμούς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανοικοδόμηση της Συρίας έχει ξεκινήσει ήδη από το 2017, αφού μετά από διάλειμμα 5 ετών, η  59η Διεθνή Εκθεση της Δαμασκού πραγματοποιήθηκε σχεδόν κανονικά σαν να μην υπήρχε πόλεμος, υποδεικνύοντας ότι μεγάλο μέρος της διεθνούς κοινότητας ήταν πεπεισμένο ότι ο Ασαντ στο τέλος θα υπερισχύσει. Στην έκθεση, εκτός από τη Ρωσία και το Ιράν που πρωτοστάτησαν, συμμετείχαν εταιρικές αποστολές και από χώρες που υποτίθεται ότι μάχονται εναντίον του Ασαντ, όπως από τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ισπανία, την Τσεχία και την Ιαπωνία. Ηδη οι επενδύσεις σε υποδομές και εμπορικές συνεργασίες εδραιώνονται, και όλα δείχνουν ότι οι ΗΠΑ, προς το παρόν, έχουν μείνει έξω από τη διαδικασία της ανοικοδόμησης.
Ταυτόχρονα, η ρωσικής έμπνευσης Ευρασιατική Οικονομική Ενωση ενισχύεται και βαθμηδόν διευρύνεται και προς τη Μέση Ανατολή, με στόχο να δημιουργήσει μία τεράστια κοινή αγορά, η οποία σταδιακά δημιουργεί αλληλεξαρτήσεις και με την Ευρώπη, που με τη σειρά τους ήδη δυσκολεύουν τις ΗΠΑ να επεμβαίνουν στρατιωτικά όποτε τα πράγματα δεν πάνε σύμφωνα με τα σχέδιά τους.
Ο δρ Νικόλας Ρώσσης είναι λέκτορας Πολιτικής Οικονομίας της τρομοκρατίας στο Arcadia University