Κατά την προσφιλή του τακτική, η οποία κινείται μεταξύ άτσαλης αμφισημίας και παλινωδιών, ο αμερικανός πρόεδρος έσπευσε να ενημερώσει τη διεθνή κοινότητα – λίγα εικοσιτετράωρα μετά την προσωπική πρωτοβουλία του να ανακοινώσει την αποχώρηση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία – για την απόφαση δυναμικής αυτή τη φορά στρατιωτικής εμπλοκής των ΗΠΑ στο μέτωπο της Συρίας. Αφορμή η εικαζόμενη και ακόμη μη αποδειχθείσα χρήση χημικών όπλων εναντίον αμάχων, μάλιστα σε περιοχή που ελεγχόταν από καθεστωτικές και ρωσικές δυνάμεις και χωρίς να συντρέχει κανένας λόγος να προβεί αυτός που κερδίζει στο επιχειρησιακό πεδίο σε μια τέτοια ενέργεια.
Ο πραγματικός λόγος της νέας μεταστροφής στη στάση του αμερικανού προέδρου απέναντι στα τεκταινόμενα στη Συρία συνδέεται με τη συνεχιζόμενη προσπάθειά του να αναδιατάξει την εσωτερική ατζέντα προς όφελός του, καθώς η πίεση προς το πρόσωπό του όσον αφορά την ανάμειξή του στο Russiagate μεγαλώνει. Η ανάγκη δυναμικής διαφοροποίησής του από τις πολιτικές του προκατόχου του Μπαράκ Ομπάμα στη Μέση Ανατολή, συστατικό στοιχείο των προεκλογικών εξαγγελιών του, υπαγόρευσε την επίδειξη σθεναρής και αποφασιστικής στάσης κυρίως έναντι της Ρωσίας, κεντρικού παίκτη στη διαμόρφωση της ατζέντας στον συριακό κυκεώνα.
Ομως η προβολή των προσωπικών υπολογισμών και προτεραιοτήτων του προέδρου Τραμπ στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής δεν σημαίνει ότι έχουν παύσει να υφίστανται ορισμένα από τα παραδοσιακά στρατηγικά συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών στην περιοχή, όπως η συμμαχία με το Ισραήλ ή/και η ακύρωση της ανάδειξης μιας κυρίαρχης ηγεμονικής δύναμης στην περιοχή. Καταδεικνύει όμως την απουσία σαφούς στρατηγικής εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών όσον αφορά την επόμενη ημέρα στο συριακό μέτωπο, αλλά και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Πράγματι τα περιορισμένης εμβέλειας «χειρουργικά» χτυπήματα που επιχείρησαν οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία τα ξημερώματα της 14ης Απριλίου φαίνεται να ικανοποίησαν συγκεκριμένους – δεδηλωμένους και μη – βραχυπρόθεσμους στόχους: έπληξαν σοβαρά την ικανότητα του συριακού καθεστώτος να χρησιμοποιήσει χημικά όπλα στο μέλλον. έστειλαν ένα σαφές μήνυμα στους μέχρι τώρα κερδισμένους (Ρωσία, Ιράν και το καθεστώς Ασαντ) ότι δεν θα αφήσουν παντελώς σε εκείνους τη διαμόρφωση των εξελίξεων στο συριακό μέτωπο και υποχρέωσαν σε (προσωρινή;) σχετική μετατόπιση της Τουρκίας στον «δυτικό συνασπισμό» (μέσω μάλιστα μιας ισχυρής δήλωσής της για υποστήριξη των αεροπορικών βομβαρδισμών ως δίκαιων ενεργειών εναντίον εκείνων που μέσω της χρήσης χημικών εγκληματούν κατά της ανθρωπότητας). Απετράπη επίσης, αφού προηγήθηκε έγκαιρη ενημέρωση των ρωσικών δυνάμεων, το ενδεχόμενο σθεναρότερης στάσης της Ρωσίας έναντι των αεροπορικών βομβαρδισμών, ενώ δεν θεωρείται πιθανή η επέκταση των συγκρούσεων μεταξύ παραδοσιακών εχθρών στην περιοχή (Ισραήλ – Ιράν).
Ομως η επιλογή της ικανοποίησης βραχυπρόθεσμων στόχων δεν επηρεάζει σοβαρά τη δυνατότητα του καθεστώτος Ασαντ (και των συμμάχων του) να διευρύνει περαιτέρω την κυριαρχία του στο έδαφος, ενώ η απουσία στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Μέση Ανατολή (όσο και της ΕΕ και κυρίως των κρατών-μελών της που επιθυμούν να έχουν λόγο και ρόλο στην περιοχή) εξακολουθεί να αφήνει αναπάντητα τα σημαντικότερα ζητήματα του μέλλοντος της συριακής κρίσης.
Ο Παναγιώτης Τσάκωνας είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Σπουδών Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου