Γιατί να ηχεί σήμερα παράταιρα; Γιατί τότε δεν ήταν παρά το απόσταγμα της αγανάκτησης, ενώ τώρα είναι απρέπεια; Γιατί να έχει σημασία εάν τότε ήταν πολύ περισσότεροι εκείνοι που φώναζαν «να καεί να καεί το μπ** η Βουλή» ενώ τώρα ήταν λιγότεροι αυτοί που φώναζαν «να καεί να καεί η πουτ** η Βουλή» και ανάμεσά τους ένας βουλευτής; Και ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε ένα πλήθος που εκφράζει με αυτόν τον τρόπο τη διαμαρτυρία του για την κρίση και ένα που διαμαρτύρεται για μια ποδοσφαιρική ομάδα;
Αν έχει αξία να σταθεί κανείς σε αυτό το γεγονός δεν είναι για το φάλτσο, αντιδημοκρατικό σύνθημα ούτε για τον βουλευτή της Ενωσης Κεντρώων – από πού θα ψώνιζε στελέχη και ψηφοφόρους κάποιος που θήτευσε επί ολόκληρα χρόνια στην τηλεοπτική ζώνη του λυκόφωτος; Εχει αξία επειδή τότε το ίδιο σύνθημα, με την ελαφρώς διαφορετική εκδοχή όπου στην πυρά καταλήγει ένας χώρος και όχι ένα πρόσωπο, δεν ακούστηκε ούτε φάλτσο ούτε αντιδημοκρατικό. Επειδή πολίτες, δημοσιολογούντες και μέσα ενημέρωσης που υποτίθεται ότι ανήκαν στο δημοκρατικό τόξο υποδέχθηκαν ως φυσιολογική αντίδραση τις μούντζες και τα αναθέματα, ως δίκαιη τιμωρία ενός πολιτικού συστήματος ανίκανου και διεφθαρμένου που του άξιζε να καεί μέσα στον ναό όχι της δημοκρατίας αλλά του διαφθορείου που υποτίθεται ότι ήταν το ελληνικό Κοινοβούλιο.
Εχει αξία επειδή ο σκοπός του συνθήματος δεν ήταν να προκαλέσει ένα αισθητικό σοκ, να αφυπνίσει, να ταράξει. Αλλά να υπενθυμίσει πόσο εύκολα μπορεί να πέσει ο σπόρος της αντιδημοκρατικής εκτροπής. Κυρίως με ποιον υπόγειο τρόπο: φωνάζουν κάποιοι «να καεί να καεί το μπ** η Βουλή». Και νομίζουν ότι αυτό είναι δημοκρατία.