Ο Μίλος Φόρμαν γεννήθηκε το 1932 στο Κασλάβ της Τσεχοσλοβακίας. Τα παιδικά του χρόνια δεν ήταν ανέμελα, παρόλο που η μητέρα του Αννα διηύθυνε ένα θερινό ξενοδοχείο (ο πατέρας του Ρούντολφ ήταν καθηγητής). Τα λεφτά που έμπαιναν στο σπίτι ήταν λίγα. Και η θηριωδία του Β" Παγκοσμίου Πολέμου λίγα χρόνια μετά εξαφάνισε κάθε ελπίδα. Σε ηλικία 11 ετών βλέπει τον πατέρα του να συλλαμβάνεται από τους Ναζί (για διανομή απαγορευμένων βιβλίων). Λίγο καιρό μετά, το 1944, πεθαίνει στο Μπούχενβαλντ, ενώ η μητέρα του είχε αφήσει την τελευταία της πνοή στο Αουσβιτς έναν χρόνο νωρίτερα. Σύντομα ανακαλύπτει μάλιστα πως ο βιολογικός του πατέρας ήταν ένας εβραίος αρχιτέκτονας.
Ο πόλεμος τελειώνει, τα τραύματα παραμένουν. Ο Φόρμαν προσπαθεί να ξεπεράσει την τραγωδία πέφτοντας με τα μούτρα στις σπουδές του, παρέα με τον Βάτσλαβ Χάβελ, τον μετέπειτα (τελευταίο) πρόεδρο της Τσεχοσλοβακίας, με τον οποίο ήταν συμμαθητές – σταμπαρισμένοι και οι δύο από το κομμουνιστικό καθεστώς, ο Χάβελ ως γόνος διανοουμένων και ο Φόρμαν ως «ανατρεπτικός» καλλιτέχνης. Θα επιλέξει να σπουδάσει συγγραφή σεναρίου στην Ακαδημία Τεχνών της Πράγας, λίγο πριν πάρει μπρος η… Ανοιξή της. Ηδη πολλά φαινόταν να αλλάζουν στην Τσεχοσλοβακία των 60s, με πρώτη ένδειξη την αποκατάσταση του για καιρό περιφρονημένου Κάφκα, ενώ η «Λογοτεχνική Εφημερίδα» (από τις πιο σοβαρές ανεξάρτητες εκδόσεις της εποχής) λειτούργησε ως βήμα για την αντιπαράθεση των θεωρητικών της κομματικής ιδεολογίας και των ιδεαλιστών. Οι κυρώσεις από την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚ πέφτουν βροχή και σύντομα ο αρχισυντάκτης αντικαθίσταται. Ο Φόρμαν συνεχίζει να ενοχλεί ως ένας από τους βασικούς εκπροσώπους του τσεχοσλοβακικού νέου κύματος, μαζί με τον σπουδαίο τότε Τζουράι Χερζ (που πέθανε επίσης πριν από λίγες ημέρες). Ο «Μαύρος Πέτρος» το 1964 και οι «Ερωτες μιας ξανθιάς» το 1965 κάνουν αίσθηση παγκοσμίως, ενώ θα ακολουθήσει το «Φωτιά… Πυροσβέστες» του 1967.
Η ΤΣΕΧΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ. Τι κάνει όμως αυτές τις ταινίες ξεχωριστές; Οι «Ερωτες» τοποθετούνται στην επαρχιακή πόλη Τσέχικ, την οποία ο Φόρμαν εικονογραφεί με κοφτά πλάνα: ένας σιδηροδρομικός σταθμός, ένα συγκρότημα κατοικιών, ένα εργοστάσιο υποδημάτων – το τελευταίο στελεχωμένο από δεκάδες νεαρές γυναίκες που αναγκάστηκαν από την κυβέρνηση να μετακομίσουν σε αυτή την απομακρυσμένη περιοχή. Ο Φόρμαν δεν στήνει ένα διδακτικό φιλμ πάνω στην απώλεια της προσωπικής ελευθερίας. Με σαρδόνια ειρωνεία καυτηριάζει τα πάντα, αντιπροτείνοντας τον έρωτα και την αναρχική ενέργεια της σεξουαλικότητας ως απάντηση στον ολοκληρωτισμό. Το φιλμ μεταξύ άλλων υπήρξε υποψήφιο για Οσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Ξενόγλωσσης Ταινίας. Το 1968 όμως η ΕΣΣΔ και οι σύμμαχοί της από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας εισβάλλουν στη χώρα και η Ανοιξη της Πράγας φτάνει στο τέλος της. Ο δε Φόρμαν βρισκόταν στο Παρίσι, όπου και διαπραγματευόταν την παραγωγή της πρώτης του αμερικανικής ταινίας. Το τσεχικό στούντιο για το οποίο εργαζόταν ισχυρίζεται πως έχει φύγει από τη χώρα του παράνομα, πιθανότατα και για να τον προστατεύσει – δηλαδή να τον κρατήσει μακριά της. Ετσι ο σκηνοθέτης μετακομίζει στη Νέα Υόρκη. Και το 1975 γυρίζει τη «Φωλιά του κούκου».
Λεπτομέρεια: τη δεκαετία του 1960, το βιβλίο του Κεν Κέισι είχε μεταφερθεί με επιτυχία στο Μπρόντγουεϊ, με πρωταγωνιστή τον Κερκ Ντάγκλας που αποφασίζει να στείλει ένα αντίτυπό του (μαζί με μια πρόταση συνεργασίας) στον Φόρμαν. Μόνο που το βιβλίο δεν φτάνει ποτέ στα χέρια του σκηνοθέτη: είχε κατασχεθεί από τις τσεχοσλοβακικές Αρχές. «Κάθαρμα, δεν μου απάντησες ποτέ», θα πει ο Ντάγκλας στον σκηνοθέτη όταν θα συναντηθούν από κοντά. Ο Φόρμαν θα τον απογοητεύσει δύο φορές: μία όταν του πει πως δεν το έλαβε ποτέ και μια δεύτερη όταν θα τον… απορρίψει λόγω ηλικίας, για να επιλέξει τον Τζακ Νίκολσον. Ο Μάικλ Ντάγκλας, γιος του Κερκ και παραγωγός τότε, προτείνει τον Μπαρτ Ρέινολντς (ενώ ο Μάρλον Μπράντο έχει ήδη απορρίψει τον ρόλο). Ο Φόρμαν όμως είναι αποφασισμένος να στηρίξει την επιλογή του. Ετσι, ο Μακ Μέρφι, ο αρχηγός μιας ομάδας φρενοβλαβών σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα που διευθύνει η σαδίστρια νοσοκόμα Μίλντρεντ, γίνεται το ίνδαλμα μιας ολόκληρης γενιάς και το γλυκόπικρο φινάλε μένει στην Ιστορία. Τη δε βραδιά της απονομής των Οσκαρ το 1976, η «Φωλιά» αποσπά τα πέντε βασικά: καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, α" ανδρικού ρόλου, α" γυναικείου ρόλου (Λουίζ Φλέτσερ) και διασκευασμένου σεναρίου.
Θα ακολουθήσει το μιούζικαλ «Hair», βασισμένο στην ομώνυμη παράσταση των Τζέιμς Ράντο και Τζερόμ Ράνι, μια άναρχη, αρκούντως χίπικη δουλειά (και όχι προφανώς «φιλελεύθερη», όπως διάβασα προσφάτως και ανατρίχιασα), στην οποία ο Φόρμαν θα προσδώσει όλα τα χαρακτηριστικά του τσεχικού νέου κύματος. Μετά το δυνατό «Ράγκταϊμ», όμως, έχει έλθει η ώρα για μία ακόμα μεγάλη ταινία.
«ΑΜΑΝΤΕΟΥΣ». Επειδή πολλά έχουν γραφτεί για το πόσο έχει «προωθηθεί» το «Αμαντέους» σε σχέση με τα κλασικά φιλμ της τσεχικής περιόδου, αξίζει να θυμηθούμε τι σήμαινε στην Ελλάδα του 1985 (όταν βγήκε στις αίθουσες) η επιτυχία μιας τέτοιας ταινίας. Ολοι παγκοσμίως (όπως κι εμείς) μιλούσαν για τον Μότσαρτ. Ολοι γέμισαν τις αίθουσες για να απολαύσουν σπουδαίο σινεμά, μια ταινία εποχής που όμως έσταζε γνήσιο δράμα αλλά και μπόλικη τρέλα: ο Μότσαρτ του ηθοποιού Τομ Χαλς δεν είναι ένας άκαμπτος, σοβαρός συνθέτης, αλλά ένας αναρχικός, ένας αυθάδης, ταλαντούχος πιτσιρικάς που σπάει πλάκα με τον βασιλιά και, ακολούθως, οδηγείται στο περιθώριο. Και ξεπερνώντας τα όρια της μουσικής βιογραφίας, βασισμένος στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Πίτερ Σάφερ (άλλος «υπερεκτιμημένος»!), ο Φόρμαν χτίζει μια σπουδή για το χάσμα ανάμεσα στο θεϊκό ταλέντο και στην ανθρώπινη μετριότητα και η ταινία φεύγει με οκτώ Οσκαρ από τη βραδιά απονομής.
Οι ταινίες που θα γυρίσει αργότερα αφήνουν και πάλι ένα στίγμα, παρά μια – δυο άστοχες στιγμές, όπως το «Βαλμόντ», βασισμένο στο βιβλίο «Επικίνδυνες σχέσεις», στο οποίο είχε βασιστεί και ο Στίβεν Φρίαρς στην ομώνυμη ταινία του, την ίδια χρονιά (1988)! Η μικρή ήττα αντισταθμίζεται από την «Υπόθεση Λάρι Φλιντ» το 1996, με τους Γούντι Χάρελσον, Εντουαρντ Νόρτον και Κόρτνι Λοβ, όπου η αποθεωτική βιογραφία ενός… πορνογράφου λειτουργεί και ως προειδοποίηση για τον ερχομό της πολιτικής ορθότητας, που ήδη από εκείνα τα χρόνια φιμώνει την ελεύθερη έκφραση στις ΗΠΑ. Θα ακολουθήσει η τελευταία μεγάλη του ταινία, «Man on the moon», με τον Τζιμ Κάρεϊ και τον Ντάνι ντε Βίτο, το 1999, για τη ζωή του μεγάλου κωμικού Αντι Κάουφμαν.