Πριν από τρεις μέρες παρακολούθησα αποσπάσματα της κατάθεσης του εμπνευστή και ιδρυτή του Facebook Μαρκ Ζάκερμπεργκ στην επιτροπή του Κογκρέσου. Μου φάνηκε σαν παράσταση από αυτές που σκαρώνει η πραγματικότητα και που εικονογραφεί σε live μετάδοση και με τον πιο διακριτό τρόπο, κάτι που εδώ και πολύ καιρό προσπαθούμε να διατυπώσουμε με αναλύσεις και θεωρίες, κρατώντας μακρύτερες ή κοντινότερες αποστάσεις. Τη σχέση μας με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τον τρόπο με τον οποίο «επεμβαίνουν» στη ζωή μας, τον «χώρο» της καθημερινότητάς μας τον οποίο καταλαμβάνουν, τις ανατροπές δεδομένων – όπως τα ξέραμε μέχρι τώρα – που προκαλούν, τις «φυλές» που δημιουργούν. Ενα χρονικό της εποχής μας που θα μπορούσε να έχει τίτλο «Δύο κόσμοι χωριστά». Που προσπαθούν να συνυπάρξουν αντάμα. Και μια νέα πραγματικότητα, μια νέα ερμηνεία παλιών εννοιών που γιγαντώνεται – ενώ ακόμη μπουσουλάει – και που, σίγουρα, πρέπει να εφευρεθεί ένα νομοθετικό σχέδιο στο οποίο θα χωρέσει. Θεωρώ όμως ότι, όποια στάση και διάθεση κι αν έχουμε απέναντι σε αυτό το οποίο συντελείται, είμαστε τυχεροί που ζούμε τη μετάβαση από τη μία εποχή στην άλλη, από την αναλογική στην ψηφιακή, από την «πραγματική» στην εικονική. Οσες λακκούβες και κατσάβραχα κι αν έχει η διαδρομή. Και όσες ερμηνείες επιδέχεται το τι, τελικά, μπορεί να αξιολογηθεί ως πραγματικό. Παρακολουθώντας λοιπόν αυτό το ιδιότυπο «σινεμά βεριτέ», βλέποντας αμερικανούς γερουσιαστές να κάνουν ερωτήσεις που, σε μια ελεύθερη νοηματική μετάφραση στα ελληνικά θα μπορούσαν να διατυπωθούν ως «Μα τι στο καλό κάνετε όλη μέρα πάνω από αυτό το μαραφέτι», συνειδητοποιώ ότι κακώς γλυκοσυγκρούομαι με τον φίλο μου τον Θανάση που, προχθές, για άλλη μια φορά, απορούσε και ενίστατο για το τι σημαίνει «φίλος» στο Facebook. Δεν είναι θέμα ηλικίας. Είναι η μεγάλη απόφαση να ξεβολευτούμε αναπροσδιορίζοντας βασικούς άξονες και κώδικες επικοινωνίας. Για παράδειγμα, η διαδικτυακή φιλία είναι ένα νέο φρούτο που μπορεί να μην ξέρουμε πώς να το καταναλώσουμε – καθαρισμένο ή με τη φλούδα, ολόκληρο ή κομμένο, ωμό ή σε ελαφριά κομπόστα. Σίγουρα όμως έχει ωριμάσει, διατίθεται προς βρώσιν. Και είναι ενδεικτικό ότι, στην πρόσφατη περιπέτεια που περάσαμε οι εργαζόμενοι στα «ΝΕΑ» και «Το Βήμα», δέχθηκα, προσωπικά τουλάχιστον, πολύ μεγαλύτερη συμπαράσταση από διαδικτυακούς φίλους που δεν έχω δει από κοντά και δεν έχω ακούσει τη φωνή τους παρά από «κολλητούς» τριάντα χρόνων. Λένε πως η πραγματικότητα είναι όπως το νερό σε μια πλημμύρα. Αδύνατον να το αποφύγεις. Αν κλείσεις την πόρτα, θα μπει από το παράθυρο. Κι αν κλείσεις και το παράθυρο θα βρει οπωσδήποτε μια ρωγμή να περάσει. Και όσο πιο μικρή η δίοδος, τόσο πιο ορμητικό θα είναι. Και στην ιντερνετική πραγματικότητα, σύμφωνα με στοιχεία του Twitter, μέσα σε 60 δευτερόλεπτα γίνονται 973.000 συνδέσεις στο Facebook, 481.000 tweets και 3,7 εκατομμύρια αναζητήσεις στην Google, κατεβαίνουν 375.000 εφαρμογές, στέλνονται 187 εκατομμύρια μέιλ, 18 εκατομμύρια γραπτά μηνύματα και 38 εκατομμύρια ηχητικά και ξοδεύονται πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ σε διαδικτυακές αγορές.
Και επειδή, εκτός από τους αριθμούς υπάρχουν και οι άνθρωποι, τις προάλλες, περνώντας έξω από το διαμέρισμα της κατάκοιτης μητέρας μου, άκουσα παιδικές φωνές. Κοντοστάθηκα απορημένη για να καταλάβω πολύ γρήγορα τι συνέβαινε. Η 70χρονη κυρία από την Ουκρανία που την προσέχει μιλούσε ανέξοδα – χρησιμοποιώντας κάποια από τις εφαρμογές – με τα εγγονάκια της που ζουν στο Ντόνετσκ, τα οποία συγχρόνως έβλεπε σε ζωντανή σύνδεση στην οθόνη του τάμπλετ.