Δεν μπορεί να ξέρει κανείς εάν ο τέταρτος παγκόσμιος πόλεμος θα γίνει με πέτρες και ξύλα, όπως έλεγε ο Αϊνστάιν. Αλλά δεν χρειάζεται να είναι Αϊνστάιν για να φανταστεί πώς θα γινόταν ένας πόλεμος ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία: θα γινόταν με τις στρατιωτικές δαπάνες της Ελλάδας να μη φτάνουν ούτε τα 5 δισ. δολάρια και εκείνες της Τουρκίας να ξεπερνούν τα 12 δισ. Είναι ένα χάσμα που είναι αδύνατον να καλυφθεί – «ένας άνισος εξοπλιστικός ανταγωνισμός που η Ελλάδα δεν έχει καμία δυνατότητα να κερδίσει» όπως το θέτει η γερμανική «Χάντελσμπλατ».
Δεν είναι μια διαφορά που δεν αντιλαμβάνονται οι μύστες της πατριδοκαπηλίας και του εθνεγερτικού λόγου. Μόνο που εκείνοι την αποτυπώνουν ακριβώς έτσι. Πατριδοκάπηλα και εθνεγερτικά. Σαν ένα νέο 1821 να μπορούσε να μην είχε την πραγματική κατάληξη που είχε τότε, να μην ήταν ένας απελευθερωτικός αγώνας που πνίγηκε στο αίμα δυο εμφυλίων πολέμων και σώθηκε από την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, αλλά την κατάληξη που καλλιέργησε η εθνική εκπαίδευση στο εθνικό φαντασιακό: ότι μια χούφτα αδούλωτων ηρώων ξεσηκώθηκε και κατατρόπωσε μια αυτοκρατορία.
Είναι δυσάρεστο και ανεύθυνο και επικίνδυνο να καλλιεργεί η ηγεσία της χώρας μια τέτοια φενάκη. Να προτάσσει απέναντι στη λογική των αριθμών τον παραλογισμό της «ελληνικής ψυχής», μιας ιδεατής ψυχής που αποτινάζει ζυγούς και διψά για ελευθερία. Να μη μετρά τη διαφορά στο ψυχολογικό κόστος που θα είχε η απώλεια ζωών στις δυο όχθες του Αιγαίου. Και να μην εξασφαλίζει την ειρήνη της όχι προετοιμάζοντας πόλεμο, όπως ήθελαν οι Λατίνοι, ούτε με πέτρες και ξύλα. Αλλά με τον τρόπο, το πνεύμα και τη μέθοδο μιας σύγχρονης ευρωπαϊκής χώρας.