Πριν από δύο χρόνια, έπειτα από μια συναυλία στη Θεσσαλονίκη, την πλησιάζει η Σοφίτα, ένα νεαρό κορίτσι με τιρκουάζ μαλλιά, και πέφτοντας στην αγκαλιά της τής λέει δείχνοντας το κεφάλι της: «Να λοιπόν! Τι έχεις να μου πεις;». Η Λένα Πλάτωνος διηγείται το περιστατικό γελώντας δυνατά καθισμένη στην πολυθρόνα της και θυμίζοντας το αειθαλές «Σαμποτάζ». «Είναι υπέροχο νεαρά παιδιά να γνωρίζουν τραγούδια που γράφτηκαν προτού ακόμη γεννηθούν, όπως το «Σαμποτάζ»: «Ισως να "ρθουν άλλα παιδιά / με μάτια λέιζερ και μαλλιά τιρκουάζ / και να κάνουνε σαμποτάζ». Οπότε κι εγώ της απάντησα: «Τι να σου πω, παιδί μου; Να καταφέρεις να κάνεις και την επανάστασή σου»».
Η ίδια κατάφερε να κάνει τη δική της; «Ελπίζω να έχω καταφέρει την εξέλιξή μου μέσα από αλλεπάλληλες συναντήσεις με την εσωτερική και την εξωτερική ζωή μου. Αυτό μου προσέφερε ωριμότητα. Καλλιέργησα την υπομονή μου, την ενσυναίσθησή μου και την κατανόησή μου απέναντι στους ανθρώπους. Από μικρό παιδί είχα μια διττότητα: ήμουν ισόβαρα και εσωστρεφής και εξωστρεφής. Κάπως έτσι προχώρησε η ζωή μου». Εκείνο πάντως που έχει διαπεράσει τη ζωή της και της χάρισε τη δυνατότητα να γράψει τα έργα της ήταν η τάση να ζει ριψοκίνδυνα και υπερβατικά: «Δεν το έχω μετανιώσει καθόλου φυσικά. Το μεγαλύτερο δώρο που μου χάρισε αυτή η ζωή ήταν η γνώση – όχι η διεστραμμένη και στείρα – αλλά η συναισθηματική. Εκείνη που μου έδειξε ποια πραγματικά είμαι».
«ΕΝΟΡΑΣΗ». Παράθυρα με θέα στη ζωή τής άνοιξε, όπως αφηγείται η ίδια, ο πατέρας της, ο γνωστός συνθέτης και πρώτος πιανίστας στην Εθνική Λυρική Σκηνή Γεώργιος Πλάτων. «Με έβαλε στον κόσμο της μουσικής μέσα από έναν πολύ τρυφερό δρόμο. Ηταν δίπλα μου πάντα και του οφείλω πολλά. Η απώλειά του μου είχε στοιχίσει. Του χρωστάω επίσης τη μόνιμη αγωνία που έχω για την τέχνη και περιέργεια να βρω ωραίους και γόνιμους τρόπους για να εκφράσω αυτό που είχα μέσα μου. Πριν από 30 χρόνια είδα τη σημερινή ζωή με την τεχνολογία και τα καινούργια μέσα επικοινωνίας και τα περιέγραψα μέσα από τα τραγούδια μου. Με αυτή την «ενόραση» λοιπόν κάνω μια δεύτερη καριέρα. Είναι πολύ αστείο. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως όταν η τέχνη είναι προφητική μπορεί να έχει διάρκεια».  
 Η Λένα Πλάτωνος αναδύθηκε ως μουσικό φαινόμενο σε μια εποχή έντονα πολιτικοποιημένη, αλλά επέλεξε έναν δρόμο διαφορετικό.  «Ξεκίνησα την επαγγελματική μου καριέρα ως συνθέτρια με τον Μάνο Χατζιδάκι. Εφτιαχνα τραγούδια παιδικά τα οποία όμως είχαν μέσα τους μηνύματα πολιτικά και κοινωνικά μέσα από τους στίχους της Μαριενίνας Κριεζή με τη «Λιλιπούπολη». Υπήρξε όμως και συνέχεια μέσα από τη διορατική ποίησή της».
Το κολάζ της ζωής της περιέχει συναρπαστικές εικόνες, όπως αυτή που ανασύρει από τη μνήμη της για να αφηγηθεί πότε απέκτησε τη βεβαιότητα ότι ήταν συνθέτρια. «Την άνοιξη του 1971, λίγο προτού επιστρέψω στην Ελλάδα για διακοπές από τη Βιέννη, όπου σπούδαζα, είχαμε πάει με την παρέα μου στο Ζάλτσμπουργκ και περιπλανιόμασταν στους δρόμους της πόλης. Εκεί συναντήσαμε έναν νεαρό και του ζητήσαμε να μας πει ένα μέρος για να πάμε να χορέψουμε. Μετά τις πρώτες συστάσεις λέει απευθυνόμενος προς εμένα. «Γράφεις μουσική;». Του απαντάω ναι. Ομως η αλήθεια είναι ότι είχα δώσει όλες μου τις δυνάμεις για να γίνω κλασική πιανίστα και τη σύνθεση την είχα αφήσει χρόνια πίσω μου. Μου ζήτησε να του γράψω μουσική για ένα τουριστικό φιλμάκι που έκανε». Αυτή η, από σπόντα, συνάντηση ξεκλείδωσε τη Λένα Πλάτωνος και την έβαλε ξανά στην περιπέτεια της σύνθεσης. Ακολούθησε το Τρίτο Πρόγραμμα, η γνωριμία της με τον Μάνο Χατζιδάκι, η θρυλική «Λιλιπούπολη».
ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ. Αλλά και ο Καρυωτάκης από μια σύμπτωση μπήκε στη ζωή της. Η ποιήτρια Τούλα Τόλια είχε την ευθύνη των ποιητικών πενταλέπτων στο Τρίτο Πρόγραμμα. Οι νέοι μουσικοί έφτιαχναν μουσικές γέφυρες για τις αφηγήσεις των ηθοποιών. «Τον Μάιο του 1979 μου είπε να γράψω μουσική για τον Καρυωτάκη και αρνήθηκα. Με είχε συγκλονίσει από την πρώτη φορά που τον διάβασα. Της είπα να κάνω μόνο γέφυρες. Δεν τολμούσα να σκεφτώ ότι μπορεί να συνδεθώ με το έργο του. Μου φαινόταν εξωπραγματικό».
Ενα ανοιξιάτικο απόγευμα, όμως, καθώς απολάμβανε τη δύση του ήλιου πάνω από το «ρετιρεδάκι» της – όπως αποκαλεί το διαμέρισμα όπου ζούσε τότε στον Λυκαβηττό – η Λένα Πλάτωνος άκουγε τα παιδιά να παίζουν στη διπλανή αλάνα. Ευθύς της ήρθαν στο μυαλό οι στίχοι «Τα παιδάκια που παίζουν στ" ανοιξιάτικο δείλι – μια ιαχή μακρυσμένη -,/ τ" αεράκι που λόγια με των ρόδων τα χείλη / ψιθυρίζει και μένει» (σ.σ.: από το «Βράδυ» του Κώστα Καρυωτάκη). «Δεν ξέρω πότε σηκώθηκα από το πιάνο. Αρχισα να γράφω μουσική πάνω στα ποιήματά του χωρίς να σταματάω. Οι φωνές των παιδιών ήταν σαν να με παρακίνησαν για να γράψω αυτό τον δίσκο».
Ετσι έδωσε φωνή στα ποιήματα μέσα από τον δίσκο που ερμήνευσε η Σαβίνα Γιαννάτου «Κώστας Καρυωτάκης – 13 τραγούδια» που κυκλοφόρησε από τη Lyra το 1982. Οι πρώτοι που έπαιξαν μουσική ήταν ο Πλούταρχος Ρεμπούτσικας και η Μαρία Ρεμπούτσικα (βιολί), ο Δημήτρης Ζαφειρέλης κιθάρα, ο Γιώργος Τρανταλίδης τύμπανα. Τις συνθέσεις αυτές θα θυμίσει την επόμενη Τρίτη στην αίθουσα του «Παρνασσού». «Τα ενενήντα χρόνια από τον θάνατο του σπουδαίου ποιητή είναι μια αφορμή για να αγγίξουμε ξανά τη δημιουργία του. Η  Σαβίνα Γιαννάτου θα τραγουδήσει, ο Θόδωρος Κοτεπάνος θα παίξει πιάνο και θα διαβάσει ποιήματα ο Γιώργος Κοροπούλης. Κάπως έτσι μόνο μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο τον χρόνο».