Μεγάλη Εβδομάδα θα έγραφα για το Πάσχα λογικά. Επειδή όμως «λογικό» δεν είναι τίποτα σε αυτή τη χώρα, ας ασχοληθούμε με το παράλογο. Το παράλογο στην πιο βίαιη, στην πιο ακραία μορφή του. Οπως το βίωσε μια 84χρονη γυναίκα στη Σαλαμίνα, που η φωτογραφία της (πρέπει να) στοιχειώνει τις νύχτες του εκάστοτε υπουργού Δημόσιας Τάξης. Μπήκαν μέσα τα καθάρματα, την ξυλοκόπησαν, την βασάνισαν και την λήστεψαν. Την γριούλα την αβοήθητη. Κι αν δεν αντέχεις να το κάνεις εικόνα, η φωτογραφία με το μελανιασμένο, παραμορφωμένο πρόσωπο δεν σου επιτρέπει να τραβήξεις το βλέμμα. Σε άλλα νέα, ο 52χρονος Κηφισιώτης που αντιστάθηκε στους διαρρήκτες βρίσκεται στο νοσοκομείο και δίνει τώρα μάχη για τη ζωή του. Πήγε να προστατέψει την οικογένειά του και το πλήρωσε ακριβά. Κι εδώ ένα δίκιο τού το δίνεις του Τόσκα. Μπορεί να χλευάστηκε η προτροπή του «κάντε πως κοιμάστε», αλλά ο άνθρωπος δεν την έβγαλε από την κοιλιά του. Ναι μεν ήταν θεόσαχλα διατυπωμένη, αλλά επί της ουσίας αυτή είναι μια διεθνής οδηγία ασφάλειας: μην αντιστέκεστε, αφήστε τους να πάρουν ό,τι θέλουν, μην βάζετε στην ίδια ζυγαριά τα τιμαλφή και τη ζωή σας.
Ζούμε όλοι μας εν μέσω δύο ληστών.  Και τριών και τεσσάρων και ων ουκ έστιν αριθμός. Η αστυνομία κάνει ό,τι μπορεί. Πραγματικά κάνει ό,τι μπορεί. Κακοπληρωμένοι είναι, κουρασμένοι είναι, άυπνοι είναι, λεφτά για βενζίνες δεν έχουν κι όποιο αμάξι χαλάει δεν ξαναφτιάχνεται αλλά ποτέ όμως. Θα μου πεις εδώ δεν έχουν κόλλες Α4 στο τμήμα κι εσύ μου θες και περιπολικά;
Οχι πως αυτό είναι χτεσινό φαινόμενο, μην τρελαθούμε. Οτι τι, πριν έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ ήμασταν καντόνι της Ελβετίας και τώρα γίναμε του ληστή και του φονιά. Πάντα έτσι ήταν τα πράγματα κι η κρίση τα έκανε χειρότερα. Τώρα πια δεν σε κλέβουν απλά. Τώρα σε δέρνουν, σε βιάζουν, σε σκοτώνουν.
Πλέον τo έγκλημα σπάνια έχει το πρόσωπο του Γιάννη Αγιάννη. Είναι βίαιο, είναι οργανωμένο, είναι θανάσιμο. Από τη φραντζόλα ψωμί στον θάνατο μεγάλη η απόσταση.  Βέβαια στην Ελλάδα ζούμε, έχουμε και τα τυχερά μας. Π.χ. δεν μας έφτανε η χαρά, είχαμε και τον χουβαρντά τον Παρασκευόπουλο που άνοιξε τις φυλακές κι αμόλησε όλη την crème de la crème έξω. Τα καλύτερα παιδιά κόσμησαν με την παρουσία τους τα σπιτικά μας. Αν δεν απατώμαι, εκ των υστέρων ο υπουργός είπε ένα «ουπς λάθος». Και τότε μετάνιωσαν όλοι οι κακοποιοί και γύρισαν στα κελιά τους οικειοθελώς. Σου λέει, δεν ξαναβγαίνω από δω, πετάξτε το κλειδί, θα κάτσω να σωφρονιστώ που να χτυπιέστε χάμω. Είναι να τον πιάσεις τον άλλο στο φιλότιμο…
Είπα «φυλακές» – συγγνώμη, αυτό το μπάτε σκύλοι αλέστε μήπως να το μαζεύαμε λίγο; Τι είναι αυτό το σίχαμα, βάζουν οι δικαστές μια γερή ποινή και την επομένη Δεύτερα ο τύπος είναι έξω; Πόσο πάει ρε παιδί μου η ληστεία μετά φόνου, ισόβια; Βάλε ισόβια. Αλλά μην τον βγάζεις μισή ώρα αργότερα. Κράτα τον μέσα αν όχι ισόβια, 25 χρόνια, 20 έστω. Να ξέρει ο άλλος ότι πάει η ζωή του, ρημάχτηκε. Και να το ξέρουν κι όλοι όσοι ακολουθούν το θεάρεστο παράδειγμα του συναδέλφου τους.
Εντάξει, το σωφρονιστικό σύστημα ούτε σωφρονιστικό είναι ούτε σύστημα. Ο άλλος κλεφτρόνι μπαίνει, φονιάς βγαίνει. Μέχρι όμως να ζήσουμε στον γενναίο και θαυμαστό κόσμο της μεταρρύθμισης, της αναμόρφωσης και της επανένταξης, ας σώσουμε τουλάχιστον τώρα την επόμενη 84χρονη που βασανίζεται τώρα, τώρα λέμε, τώρα την ώρα που μιλάμε.
Καλό Πάσχα. Εστω και εν μέσω των ληστών.
ΥΓ: Ισως είμαι εν βρασμώ ψυχής. Τι να πω.