Πάνε χρόνια που είχα βρεθεί σε μια πόλη της Ινδονησίας, καμιά σχέση με Μπαλί και άλλα τουριστικά θέρετρα. Στο εστιατόριο του μεγάλου ξενοδοχείου έπαιζε μια ορχήστρα από αυτές που παίζουν σε αντίστοιχα εστιατόρια. Ντόπιοι μουσικοί έκαναν πρόγραμμα με διεθνείς επιτυχίες. Μετά από τα «Στρέιντζερ ιν δε νάιτ» και τα «Μπέσαμε μούτσο» ακούστηκαν οι πρώτες νότες από τα «Παιδιά του Πειραιά». Και οι ινδονήσιοι μουσικοί άρχισαν να τραγουδάν «Πώς τα τελα να είκα και ένα και ντίο και τέσσερα παιντιά». Νόμιζα ότι αυτό γινόταν προς τιμήν της δικής μας, ελληνικής παρέας αλλά κατάλαβα ότι το τραγούδι υπήρχε ούτως ή άλλως στο ρεπερτόριό τους. Εξάλλου και οι άλλες παρέες των αλλοδαπών είχαν μερακλώσει α λα ελληνικά. Το τραγούδι, βεβαίως, έγινε διεθνής επιτυχία με «διαβατήριο» την ταινία του Ντασέν «Ποτέ την Κυριακή». Οπως και η μουσική του Θεοδωράκη από τον «Ζορμπά» – που πριν από δύο χρόνια, στη βράβευση του Πετρούνια, ξεσήκωσε το στάδιο στο Ρίο – δεν θα ήταν ίσως τόσο αναγνωρίσιμη χωρίς την ομώνυμη ταινία του Κακογιάννη.
Πέρα από το φολκλόρ των παραπάνω περιπτώσεων – που δύσκολα το αποφεύγεις στις μαζικές κουλτούρες -, ο κινηματογράφος αποτελεί ένα είδος ιδιότυπης παγκοσμιοποίησης ή αλλιώς την κοντινότερη απόσταση μεταξύ των ανθρώπων. Και είναι σίγουρα ο πιο αποτελεσματικός τρόπος της προβολής μιας χώρας διεθνώς. (Πόσοι και πόσοι δεν ταξίδεψαν στη Ρώμη με αφορμή τη σκηνή στη Φοντάνα ντι Τρέβι από την «Ντόλτσε βίτα»;). Διαβάζοντας την επιστολή διαμαρτυρίας της Ενωσης Ελλήνων Αρχαιολόγων που υπερασπίζεται την απόφαση του ΚΑΣ να μην παραχωρηθεί ο αρχαιολογικός χώρος του Σουνίου για τα γυρίσματα της ταινίας του BBC, διέκρινα τη συντεχνιακή αντιμετώπιση μίας καθολικής πραγματικότητας. Και, εμμέσως πλην σαφώς, την αυτοαναφορική εσωστρέφεια τού «εμείς κάνουμε χάρη σε αυτούς, και όχι αυτοί σε εμάς». Φοβάμαι όμως ότι με αυτά τα σύνδρομα των συνδικαλιστών αρχαιολόγων δύσκολα θα κάνουμε, ως χώρα, «διεθνή καριέρα».