Στην Ηπειρο οι ζωντανοί δεν παύουν να αναθυμούνται τους νεκρούς τους, να τους κουβεντιάζουν και δεν τους λησμονούν ακόμα και στα γλέντια τους. Με ένα μοιρολόι άλλωστε ξεκινούν ακόμα και τα πανηγύρια τους, σπονδή σε όσους και όσα έχουν φύγει οριστικά. Σαν σιγανό παράπονο και σαν ηπειρώτικο μοιρολόι είναι γραμμένο και τούτο το βιβλίο. Ο Χριστόφορος Μηλιώνης (1932 – 2017) έγραψε τον «Καλαμά κι Αχέροντα» το 1985 (Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1986) και οι εκδόσεις Κίχλη, σχεδόν έναν χρόνο μετά τον θάνατό του, επανεξέδωσαν το σπουδαίο αυτό έργο. Πρόκειται για μια συλλογή 11 διηγημάτων που άφησαν βαθύ αποτύπωμα στη μεταπολεμική πεζογραφία και κατέχουν ξεχωριστή θέση στη λογοτεχνική πορεία του ηπειρώτη συγγραφέα.


Στον τόπο της ψυχής

Ο Χριστόφορος Μηλιώνης, όντας μέτοικος πια σε μια μεγάλη πόλη, ανασύρει αναμνήσεις από την παιδική και εφηβική του ζωή σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου, κοντά στην ελληνοαλβανική μεθόριο. Εκεί όπου πέρασε χρόνια σκληρά σε Κατοχή κι Εμφύλιο. Εκεί όπου σώματα τσακισμένα από τον πόλεμο και τη φτώχεια στιγματίστηκαν για μια ολόκληρη ζωή. Ομως κι εκεί που ξύπνησαν οι αισθήσεις του και πλάστηκαν οι ευαισθησίες που θα διαμόρφωναν αργότερα το λογοτεχνικό ιδίωμα του συγγραφέα.
Με αφετηρία, λοιπόν, ασήμαντα περιστατικά της αστικής του καθημερινότητας, ο Μηλιώνης γυρίζει πίσω στα γνώριμα πατήματα και στις βαθιές του ρίζες. Αρκεί μια νύξη, μια σκέψη, ένας ήχος και τότε πρόσωπα και εικόνες μεταλλάσσονται και ενεργοποιούν τη μνήμη, που βάζει μπροστά τα γρανάζια της και αναπλάθει σημαδιακά περιστατικά του παρελθόντος.
Οι παρεκβάσεις, ο συνειρμικός τρόπος γραφής και η παλινδρομική κίνηση στον χρόνο προσδίδουν τη χαρακτηριστική ιδιαιτερότητά τους σχεδόν σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Είναι η ευρηματική γέφυρα που χτίζει ο συγγραφέας προκειμένου να ενώσει όχι μόνο γεωγραφικές αποστάσεις, αλλά και για να οδηγηθεί από το παρόν στο παρελθόν εκφράζοντας με αυτόν τον τρόπο τον ακούσιο μετεωρισμό του ανάμεσα στην πρότερη και την κατοπινή ζωή του.


Μάρτυρες μιας εποχής

Θεμέλιος λίθος της διηγηματογραφίας του, οι πληγές που άνοιξε στον τόπο του και στην ψυχή του η Ιστορία. Παρών σχεδόν σε όλο το βιβλίο, ο σκοτεινός όγκος της Μουργκάνας, του βουνού που η βαριά του παρουσία στέκει παραστάτης και μάρτυρας μιας άλλης εποχής. Τότε που τα σπίτια του χωριού, παράπλευρα θύματα του πολέμου, παραδομένα στην κατοχική φωτιά, έβαφαν με ανεξίτηλη μπογιά τις αναμνήσεις του έφηβου συγγραφέα.
Στην αψεγάδιαστη σκηνογραφία του βιβλίου, ισχυρή θέση κατέχει και το ποτάμι του, ο Καλαμάς. Το υδάτινο εμφυλιακό σύνορο ανάμεσα σε ελασίτες και εδεσίτες, που έμελλε να πλέξουν τη ιστορία τους με τη μετέπειτα μοίρα όλης της χώρας, έρχεται να ενώσει, λογοτεχνικά, τα νερά του με τον Αχέροντα, τον δρόμο για τον κάτω κόσμο, συνδέοντας την αφήγηση του Μηλιώνη άλλοτε με τη Ιστορία κι άλλοτε με τους μύθους και τα παραμύθια.


Τα αγιασμένα στόματα

Από την άλλη, οι πρωταγωνιστές της διήγησης. Ανθρωποι ηττημένοι, λαβωμένοι ανίατα από την εποχή τους, έρμαια της Ιστορίας που ξεθεμελίωσε βίαια τη ζωή τους. Πρόσωπα συχνά απλοϊκά, μα αρμονικά δεμένα στο σκληρό τοπίο του χωριού τους. Οι λέξεις τους βγαίνουν αβίαστα, από στόματα αγιασμένα μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Κουβαλάνε μια αρχέγονη σοφία και αποκαλύπτουν μια κρυφή ευαισθησία, στολίδι πολύτιμο που χάθηκε οριστικά για όσους αποφάσισαν να μετοικήσουν στους λαβυρίνθους των μεγαλουπόλεων.
Αφηγητής συχνά ο ίδιος ο συγγραφέας, στις σελίδες του, αναζητά να καταλάβει πού χάθηκε η γενιά του, που πήρανε τη λάθος στροφή, τον λάθος δρόμο που τους έβγαλε να ζουν εξόριστοι στη μικροαστική άνεση αλλά και μιζέρια της πόλης, παραδομένοι σε  μια ζωή που πνίγεται στο άγχος και την αποξένωση.

ΚΑΗΜΟΣ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ


Η βιωματική και η θεραπευτική γραφή

Χωρίς φτιασίδια και επιτήδευση, η βιωματική γραφή του Μηλιώνη έρχεται λιτή να φωτίσει με το ψυχρό της φως τις σκληρές φιγούρες του τοπίου της Ηπείρου, που ένιωσε τον βίαιο άνεμο της Ιστορίας να φυσάει ορμητικά πάνω της.
Ο συγγραφέας δεν έγραφε μόνο για να αναπαραστήσει τις εικόνες, τους ήχους και τις παραδόσεις του χωριού του. Δεν νοσταλγεί τις σκληρές εικόνες και τη δύσκολη ζωή που έζησε. Σκάβει μέσα του και ανασύρει τις αναμνήσεις προκειμένου να ξορκίσει τη μοναξιά που κουβαλάει: «Κι αυτός θυμόταν, κι ήταν ολομόναχος, όπως είναι ολομόναχοι όσοι θυμούνται». Προστρέχει στη θεραπευτική ικανότητα της γραφής για να ξορκίσει τον αθέατο πόνο που του προκαλούσε, όχι η απώλεια της παιδικής του αθωότητας, αλλά η απώλεια της ανθρώπινης αυθεντικότητας που έκρυβε η επαρχία μιας άλλης εποχής: «Τα πράγματα ένα ένα μάς εγκαταλείπουν και οι λέξεις θάβονται σωρός στις χωματερές των λεξικών μας». Γράφει για να διασώσει στις σελίδες του βιβλίου του ανθρώπους, γεγονότα και ιστορίες που τον σημάδεψαν, τον καθόρισαν και ύστερα χάθηκαν για πάντα.


Χριστόφορος Μηλιώνης
Καλαμάς κι Αχέροντας

Κίχλη, 2017, σελ. 168
Τιμή: 13 ευρώ