Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, πανεθνικά πλέον καταξιωμένος ως ο σπουδαιότερος έλληνας πολιτικός ηγέτης του 20ού αιώνα, είναι λιγότερο γνωστός ως διορατικός κυνηγός εγκεφάλων. Σε μια εποχή που οι κομματικές περγαμηνές είχαν σταθερό προβάδισμα έναντι των επιστημονικών, ο Βενιζέλος έψαχνε να βρει με πείσμα τους συμπατριώτες μας που διαπρέπουν στο εξωτερικό και να τους καλέσει πάλι πίσω στα πάτρια εδάφη, πολύτιμους αρωγούς στην εθνική ανορθωτική προσπάθεια, αψηφώντας κάθε πολιτική τους ή άλλη πεποίθηση. Κάπως έτσι προσκάλεσε το 1920 και τον Γεώργιο Παπανικολάου (1883-1962), φημισμένο ήδη καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ των Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Παπανικολάου, απόφοιτος της Ιατρικής Σχολής Αθηνών σε ηλικία είκοσι ενός (!) ετών, είχε προτιμήσει να… πουλάει χαλιά στην Αμερική μέχρις ότου προσληφθεί στο Κορνέλ, παρά να δοκιμάσει την τύχη του στην Ελλάδα. Τα σαράντα επτά συναπτά έτη που παρέμεινε στο Κορνέλ κυοφόρησαν μεταξύ άλλων και το περίφημο Τεστ Παπ, το ισχυρότερο έως σήμερα προληπτικό / διαγνωστικό όπλο εναντίον του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας. Φημολογείται ότι, αρνούμενος ευγενικά την πρόσκληση του Βενιζέλου, του είπε πως, όποτε τον ρωτούσαν στην Ελλάδα «τι δουλειά κάνεις;» κι εκείνος απαντούσε «έρευνα», τον κοιτούσαν με αποστροφή, λες και αντίκριζαν κάποιο σπάνιο είδος μιαρού αργόσχολου. Περιττό να προσθέσουμε ότι, παραμένοντας στην Αμερική, έπραξε θεάρεστα. Στις μοιραίες εκλογές του 1920 ο Βενιζέλος δεν βγήκε καν βουλευτής. Εύκολα μπορούμε να εικάσουμε, μετά τη δική του ήττα, ποια ακαδημαϊκή μοίρα θα περίμενε και τον Παπανικολάου.
   Εναν αιώνα αργότερα, η κατάσταση δεν δείχνει να έχει βελτιωθεί αισθητά, εάν δεν έχει επιδεινωθεί κιόλας – καθότι, τον καιρό του Βενιζέλου, δεν ευδοκιμούσαν ακόμη φρούτα σαν τον Καρανίκα και κανένας δεν είχε το θράσος να σηκώσει ως παντιέρα του την αγραμματοσύνη. Διάβαζα προχτές στο «ΒΗΜΑgazino» τη συνέντευξη της εικοσιεπτάχρονης Ζωής Γιαβρή, μιας από τις τρεις φιναλίστ για την κατάκτηση του Βραβείου Καινοτόμων Γυναικών 2018 της Ευρωπαϊκής Ενωσης και βραβευμένης ήδη από το περιοδικό του Πανεπιστημίου ΜΙΤ (Τεχνολογικό Ινστιτούτο Μασαχουσέτης) ως μιας από τους κορυφαίους νέους ευρωπαίους καινοτόμους στους τομείς της Βιοτεχνολογίας και της Φαρμακευτικής. «Φοίτησα σε μια σχολή ανδροκρατούμενη», λέει η Γιαβρή στην Ερη Βαρδάκη, «αλλά δεν αντιμετώπισα σεξισμό. Εχω όμως δεχθεί ηλικιακό ρατσισμό στην Ελλάδα. Στην Αμερική και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οποιοσδήποτε μπορεί να σου διαθέσει τρία λεπτά από τον χρόνο του προκειμένου να σε ακούσει και αν του κεντρίσεις την προσοχή θα ασχοληθεί μαζί σου, απαλλαγμένος από οποιαδήποτε προκατάληψη. Στην Ελλάδα τις περισσότερες φορές δεν ισχύει κάτι τέτοιο»… Το βλέμμα του βλάκα, εκείνο που υποχρέωσε τον Παπανικολάου να ξενιτευτεί, είναι πάντα διαθέσιμο στη Χώρα των Θεών και των Ηρώων.
   
Και όμως. Μία από τις εξαιρετικές πτυχές της νέας τεχνολογίας είναι ότι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν σε εξαναγκάζει να ξενιτευτείς. Θα έλεγε κανείς ότι η νέα τεχνολογία ράφτηκε πάνω στα μέτρα και στις ανάγκες ιδίως των μικρών χωρών, εκείνων που δεν έχουν άλλη αξιόλογη πρωτογενή παραγωγή εκτός από τη φαιά ουσία των κατοίκων τους. Η Γιαβρή με το laptop της μπορεί κάλλιστα να γεννοβολήσει λαμπρές ιδέες τόσο στη Βοστώνη όσο και στη Φολέγανδρο. Ποιος ευθύνεται λοιπόν για αυτή την άτακτη φυγή εγκεφάλων στο εξωτερικό, το εφιαλτικό brain drain, που μόνο μέσα στην περίοδο 2008-2016 (σύμφωνα με τον Απόστολο Λακασά στην «Καθημερινή» της 5-2-18) μας έχει κοστίσει 15,3 δισεκατομμύρια ευρώ; Οι δυνατότητες για αξιοπρεπή σταδιοδρομία είναι η μία απάντηση. Το άνυδρο πνευματικό περιβάλλον είναι η άλλη. Η κοντόθωρη Ελλάδα σκοτώνει την οξυδερκή. Αυτό που δεν κατανοεί, η ηλίθια, είναι πως έτσι πριονίζει και το κλαδί όπου κάθεται. Σκοτώνει τον εαυτό της.