Εξήντα χρόνια μετά την υποβολή του πρώτου τουρκικού αιτήματος σύνδεσης με την τότε ΕΟΚ, οι σχέσεις της Τουρκίας με την ενωμένη Ευρώπη ναι μεν έχουν περάσει από σαράντα κύματα, όμως ποτέ δεν ήταν τόσο περιπλοκές και προβληματικές όσο σήμερα. Και αυτό διότι και οι δυο πλευρές, Ευρώπη και Τουρκία, εμφανίζονται πλέον απολύτως πεπεισμένες πως μαζί δεν κάνουν και χώρια δεν μπορούν.
Το ότι μαζί δεν κάνουν είναι αναμφίβολο. Κυρίως δε με τα όσα συνέβησαν στην Τουρκία μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος για την ανατροπή του καθεστώτος Ερντογάν. Οι διώξεις εις βάρος πολιτικών αντιπάλων, η κατάργηση στην πράξη της ελευθεροτυπίας, οι εκατοντάδες τούρκοι στρατιωτικοί και διπλωμάτες που ζητούν πολιτικό άσυλο στις χώρες – μέλη της ΕΕ και οι προσπάθειες των τουρκικών Αρχών να μεταφέρουν τις ενδοτουρκικές αντιθέσεις στις χώρες – μέλη της ΕΕ όπου ζουν και εργάζονται εκατοντάδες χιλιάδες τούρκοι μετανάστες, έχουν δημιουργήσει στην Ευρώπη ένα κλίμα επιφύλαξης αν όχι καχυποψίας έναντι της Αγκυρας. Ετσι, οι εξελισσόμενες επί δεκαετίες και με αργούς ρυθμούς διαπραγματεύσεις για την ένταξη  της Τουρκίας στην ΕΕ σήμερα καρκινοβατούν, ενώ ο Ερντογάν εξακολουθεί να είναι persona non grata στις περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Από την άλλη, οι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν πως έχουν ανάγκη τον Ερνογάν. Τον έχουν ανάγκη κυρίως σε σχέση με το Προσφυγικό, αλλά και λόγω των εξαιρετικά σημαντικών ευρωπαϊκών επενδύσεων στην Τουρκία.
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν η μίνι Σύνοδος Κορυφής ΕΕ – Τουρκίας που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Δευτέρα στη Βάρνα της Βουλγαρίας με τη συμμετοχή του τούρκου προέδρου και των προέδρων της ΕΕ Ντόναλντ Τουσκ και Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Η Σύνοδος αυτή, ανεξάρτητα από τις όποιες προσδοκίες κατά καιρούς καλλιεργήθηκαν, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα «χρυσωμένο χάπι» για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Και αυτό διότι η τουρκική διπλωματία είχε καταστήσει σαφές πως θα προτιμούσε να συμμετάσχει στην προβλεπόμενη για το τέλος του μήνα στη Σόφια Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ με τις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, στις οποίες η Αγκυρα έχει διευρύνει την επιρροή της και ο τούρκος πρόεδρος θα μπορούσε να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι Βρυξέλλες ωστόσο αρνήθηκαν πεισματικά την πρόσκληση της Τουρκίας στη Σύνοδο αυτή, λαμβάνοντας υπόψη ότι στόχος της είναι να δώσει στις εκτός ΕΕ χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας, αρχής γενομένης από τη Σερβία, το μήνυμα ότι έχουν προοπτική προσχώρησης στην ΕΕ από το 2024 και μετά. Κάτι που φυσικά δεν ισχύει για την Τουρκία.
Παρά το γεγονός όμως ότι η Τουρκία «έφαγε πόρτα» από τη Σύνοδο της Σόφιας, στη Βάρνα ο Ερντογαν εμφανίστηκε μάλλον διαλλακτικός. Ευρωπαϊκές διπλωματικές πηγές που γνωρίζουν εκ των έσω τα όσα συζητήθηκαν βεβαιώνουν «ΤΑ ΝΕΑ» ότι στις έντονες αιτιάσεις και ενστάσεις των Τουσκ και Γιούνκερ για τη στάση της Τουρκίας τόσο στα θέματα που αφορούν την κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη όσο και τις εντάσεις με την Ελλάδα, ο Ερντογάν εμφανίστηκε καθησυχαστικός. Σε ό,τι αφορά δε τους δύο τρόπον τινά αιχμάλωτους έλληνες στρατιωτικούς, ο τούρκος πρόεδρος ουδέποτε δικαιολόγησε την κράτησή τους, αφήνοντας να εννοηθεί πως θα βρεθεί λύση διά της δικαστικής οδού. Τα όσα βεβαίως ακολούθησαν επιβεβαίωσαν την αίσθηση που επικρατεί εσχάτως στις Βρυξέλλες, και όχι μόνο, ότι ο λόγος του τούρκου προέδρου δεν είναι συμβόλαιο. Η ΕΕ τίμησε πάντως τη δέσμευσή της για παροχή οικονομικής βοήθειας προκειμένου να αντιμετωπίσει η Τουρκία το άχθος από την προσφυγική κρίση. Μια οικονομική βοήθεια συνολικού ύψους τριών δισ. ευρώ, την οποία ο Ερντογαν θεωρεί ανεπαρκή και για να το αποδείξει πρόβαλε κάποια στιγμή και ένα βίντεο που δείχνει ποσό «αποτελεσματικά» αντιμετωπίζουν οι τουρκικές Αρχές την προσφυγική κρίση.
Από την άλλη βεβαίως, στο εσωτερικό της ΕΕ εξακολουθεί, όπως πάντοτε, να υπάρχει κάποια διάσταση απόψεων για τις σχέσεις με την Τουρκία. Η διάσταση αυτή μεγάλωσε μετά την τουρκική επέμβαση στο Αφρίν κατά των Κούρδων, που έγινε για λόγους «αυτοάμυνας» κατά την Αγκυρα. Πολλές χώρες, με πρώτη την Ολλανδία, ζήτησαν τη λήψη μέτρων κατά της Τουρκίας, χωρίς όμως να συναντήσουν ώτα ευήκοα. Διαφορές απόψεων μεταξύ των Ευρωπαίων υπάρχουν και ως προς το ζήτημα της αναθέρμανσης των διαπραγματεύσεων για την προσχώρηση της Τουρκίας στην ΕΕ, αλλά και στο θέμα της κατάργησης της βίζας για τους τούρκους πολίτες που επισκέπτονται την ΕΕ.
Ωστόσο η γενική ενόχληση έναντι της τουρκικής επιθετικότητας με πρόσχημα το Προσφυγικό γίνεται όλο και μεγαλύτερη όχι μόνο στην έδρα της ΕΕ στις Βρυξέλλες, αλλά και στο ΝΑΤΟ. Και αυτό διότι ενώ η Τουρκία ισχυρίζεται πως λόγω της προσφυγικής κρίσης διακυβεύεται η ασφάλειά της, στο επίπεδο του ΝΑΤΟ προσπαθεί με νύχια και με δόντια να τορπιλίσει οποιασδήποτε μορφής εμπλοκή της Ατλαντικής Συμμαχίας στην αντιμετώπιση του Προσφυγικού, όπως για παράδειγμα οι ναυτικές περιπολίες στη Μεσόγειο. Κάτι που φυσικά μειώνει στα μάτια της Δύσης την αξιοπιστία των τουρκικών επιχειρημάτων και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τις ούτως ή άλλως προβληματικές σχέσεις της Αγκυρας με τις Βρυξέλλες.