H Σύνοδος Ευρωπαϊκής Ενωσης – Τουρκίας στη Βάρνα της Βουλγαρίας ολοκληρώθηκε χωρίς να καταγραφεί κάποια ιδιαίτερα σημαντική αλλαγή στις ευρωτουρκικές σχέσεις, παρά το ιδιαίτερα φορτισμένο κλίμα. Οι δυο πλευρές εμφανίστηκαν περισσότερο με διάθεση «διεκπεραίωσης» της Συνόδου παρά με πρόθεση να συζητήσουν σε βάθος, κάτι που δείχνει ότι πιθανότατα η Σύνοδος διεξήχθη κυρίως γιατί καμία από τις δυο πλευρές δεν ήταν έτοιμη να εισπράξει το κόστος ακύρωσής της.
Σε αντίθεση με τους εμπρηστικούς λόγους που συνήθως εκφωνεί εντός Τουρκίας προς τέρψιν του εκλογικού ακροατηρίου του, ο Ταγίπ Ερντογάν επέλεξε να μην ανεβάσει κι άλλο τους τόνους. Ο πρόεδρος της Τουρκίας γνωρίζει πολύ καλά ότι μια πιθανή οριστική ρήξη στις ευρωτουρκικές σχέσεις θα είχε τεράστιο κόστος για τη χώρα του, τόσο σε γεωπολιτικό όσο και σε οικονομικό επίπεδο. Η Ευρωπαϊκή Ενωση παραμένει ο μεγαλύτερος εξαγωγικός προορισμός της Τουρκίας με 48%, ενώ οι ΗΠΑ και η Κίνα περιορίζονται σε μόλις 4,6% και 1,6% αντίστοιχα – σε μια εποχή που η τεράστια εξάρτηση των τουρκικών επιχειρήσεων από ξένα κεφάλαια ανησυχεί ιδιαίτερα τις αγορές. Με την αξία της τουρκικής λίρας διαρκώς να κατρακυλά, η Τουρκία δεν έχει την πολυτέλεια να θέσει σε κίνδυνο τις μεγάλες γερμανικές και ολλανδικές επενδύσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στη χώρα.
Αντίστοιχο όμως ήταν και το περιεχόμενο των τοποθετήσεων των κ. Γιούνκερ και Τουσκ ως προς την ανάγκη να παραμείνει η Τουρκία κοντά στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Η δήλωση Γιούνκερ για την ανάγκη να παραμείνει ζωντανή η ενταξιακή διαδικασία φανερώνει την απροθυμία των Βρυξελλών να πάρουν οριστικό διαζύγιο με την Αγκυρα. Αυτό συμβαίνει παρά τα όσα πρωτοφανή έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια, ειδικά σε επίπεδο παραβίασης του κράτους δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και τον αρνητικό ρόλο που διαδραματίζει η τελευταία στη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής. Οχι τυχαία, τόσο ο κ. Γιούνκερ όσο και ο κ. Τουσκ εξήραν τον ρόλο της Τουρκίας στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης και διαβεβαίωσαν ότι η ΕΕ θα εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις σε αυτόν τον τομέα.
Οπως και να έχει, οι ρητές αναφορές των δύο ευρωπαίων ηγετών στην υποχρέωση σεβασμού των δικαιωμάτων της Κύπρου στην ΑΟΖ της, καθώς και στο Αιγαίο και στην ανάγκη διατήρησης σχέσεων καλής γειτονίας είναι θετικές για τα εθνικά συμφέροντα. Σε μια εποχή ιστορικών ανακατατάξεων στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, το μήνυμα της ΕΕ προς τον Ταγίπ Ερντογάν ήταν σαφές: τα προβλήματα με την Ελλάδα και την Κύπρο δεν είναι διμερή αλλά ευρωτουρκικά, αγγίζουν και αφορούν το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Συνοψίζοντας, το βασικό συμπέρασμα από τη Σύνοδο της Βάρνας είναι ότι Βρυξέλλες και Αγκυρα συμφώνησαν ότι διαφωνούν, κάτι που μοιάζει να καταδικάζει τις ευρωτουρκικές σχέσεις σε μια αμήχανη στασιμότητα, ίσως μέχρι και τις κρίσιμες προεδρικές εκλογές του 2019 στη γειτονική χώρα. Με τους δυο στρατιωτικούς μας να βιώνουν μια πρωτοφανή και άδικη περιπέτεια, η Ελλάδα οφείλει να μην επαναπαυθεί, αλλά να συνεχίσει να θέτει σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο το ζήτημα της τουρκικής προκλητικότητας, όπου και όπως κι αν αυτή εκδηλώνεται. Πρέπει επίσης να αποφύγουμε να διολισθαίνουμε σε λογικές παζαριού, όπως συνέβη με άστοχες δηλώσεις βουλευτή της κυβερνητικής πλειοψηφίας πριν από λίγες μέρες, οι οποίες υπηρετούν τα σχέδια του κ. Ερντογάν.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης είναι ευρωβουλευτής, μέλος της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο