Εκστρατεία για την καταγραφή και τη διάσωση των αγροτικών μνημείων της Νάξου ξεκινά η οργάνωση Monumenta σε συνεργασία με την τοπική κοινωνία. Στο νησί διατηρούνται κτίσματα που χρονολογούνται από τους αρχαίους χρόνους μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα: ανεμόμυλοι, πατητήρια, πηγάδια, μιτάτα, ξερολιθιές, καμίνια, γεφύρια, κρήνες, μονοπάτια, τα περισσότερα ανώνυμης, χρηστικής, λαϊκής αρχιτεκτονικής. Είναι μνημεία που διηγούνται με τον πιο εύληπτο τρόπο την καθημερινότητα των Ναξιωτών, κυρίως του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, και αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του τοπίου της. 
«Η Νάξος είναι ένα νησί που συνεχίζει να στηρίζει την οικονομία του στον αγροτικό τομέα και διατηρεί σε μεγάλο βαθμό την αγροτική του κληρονομιά.
Σε όλο το νησί διατηρούνται αγροτικά κτίσματα, κατασκευασμένα με ντόπιους λίθους, με τεχνικές που απαιτούσαν ιδιαίτερη δεξιότητα και έχουν τις ρίζες τους στο μακρινό παρελθόν. Ποια άλλα κτίρια έχουν τόσα κοινά χαρακτηριστικά με αυτά των βυζαντινών, αρχαίων και προϊστορικών χρόνων;», λέει η Ειρήνη Γρατσία επικεφαλής της Monumenta, η οποία διοργανώνει στη Νάξο το απόγευμα της Κυριακής ημερίδα με θέμα τα αγροτικά και κτηνοτροφικά μνημεία του νησιού.
«Το συγκρότημα των ελαιοτριβείων που αποκαλύφθηκε στον περιβάλλοντα χώρο του πύργου του Χειμάρρου, το αγροτικό ιερό στις Μέλανες, τα αγροτικά κτίρια στους αύλειους χώρους των πύργων και των μοναστηριών της Νάξου είναι μερικά από τα παλαιότερα δείγματα. Τα καλύτερα σωζόμενα ανήκουν στον 19ο αιώνα και στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, τα οποία ήταν σε χρήση μέχρι σχετικά πρόσφατα. Διατηρητέα μνημεία έχουν κηρυχθεί ο ανεμόμυλος ιδιοκτησίας Σπύρου Πρωτονοτάριου στην Απείρανθο της Νάξου, ο οποίος κτίστηκε το 1900 όπως μαρτυρεί η επιγραφή στην είσοδό του και σώζεται ο μηχανισμός του, ο ανεμόμυλος ιδιοκτησίας Ιωάννη Σοφικίτη στην περιοχή Κάτω Σαγκρί Νάξου με ζώνη προστασίας 200 μέτρων και ο ανεμόμυλος Σκάρκος στη θέση Τσιγκούρια της Βίβλου. Επίσης το πλακόστρωτο οδικό δίκτυο και μία κρήνη στην Απείρανθο», προσθέτει.
«Ολα αυτά τα αγροτικά κτίσματα σε συνδυασμό με το φυσικό περιβάλλον δημιουργούν τοπία ανεκτίμητης αξίας που οφείλουμε να προστατέψουμε. Τα περισσότερα είναι σε εγκατάλειψη και η κατάστασή τους είναι μέτρια, κακή ή και ερειπιώδης. Αιτία είναι η εγκατάλειψη της παραδοσιακής γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, ωστόσο το πραγματικό αίτιο είναι η έλλειψη ενδιαφέροντος της Πολιτείας για τη χάραξη πολιτικής για τον αγροτικό αρχιτεκτονικό πλούτο της Ελλάδας».
Μέχρι σήμερα στη χώρα μας δεν έχει επιδιωχθεί η πλήρης καταγραφή της αγροτικής κληρονομιάς, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουμε τι χάνεται καθημερινά. Σχετική έρευνα έχει πραγματοποιήσει για τα αγροτικά μνημεία της Αμοργού η περιβαλλοντολόγος Κατερίνα Κανακάρη, ενώ για τα λιθόστρωτα μονοπάτια γίνονται δράσεις σε όλες τις χώρες της Μεσογείου.
«Είναι ανάγκη να δούμε τι θα κάνουμε με αυτές τις κατασκευές, γιατί μαζί τους φεύγουν και οι άνθρωποι που τις χρησιμοποιούσαν και έτσι εμφανίζονται σαν νεκρά σημεία μέσα σε τόπους που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν αλλιώς», λέει στα «ΝΕΑ» ο αρχαιολόγος Στέλιος Λεκάκης, ομιλητής στην ημερίδα.
«Θα πρέπει να διασωθούν για να τεκμηριώσουν την πρόσφατη ζωή του κάθε τόπου και τον κόπο των ανθρώπων. Στη Νάξο το τοπίο είναι διάστικτο από ανεμόμυλους, υδρόμυλους, αλώνια, πηγάδια και κάποια που αναφέρονται με την ντοπιολαλιά, όπως τα μιτάτα, δηλαδή τα αγροτικά κελιά όπου ζούσαν οι βοσκοί όταν κατέβαιναν στην ύπαιθρο ή οι φούρνοι, οι πεζούλες σε επικλινές έδαφος. Είναι κατασκευές των τελευταίων 150 – 200 χρόνων που δεν ταυτίζονται εύκολα με κάποιον μηχανικό, αλλά ενσωματώνουν την τοπική γνώση και το πώς ένα τόσο απλό αρχιτεκτονικά κτίσμα μπορεί να γίνει παραγωγικό» σημειώνει. «Θα πρέπει να γίνει μια καταγραφή, να δούμε τι μπορεί να προστατευθεί, τι μπορεί να αναστυλωθεί και για ποια χρήση, αν κάτι είναι για παράδειγμα παραγωγικό – όπως οι νερόμυλοι στην Πάτμο που παράγουν λίγο αλεύρι και στο μέλλον υπάρχει σχέδιο να παράγουν ηλεκτρική ενέργεια – ή να αξιοποιηθεί για τουριστικούς σκοπούς».
Τα τελευταία χρόνια, άλλωστε, όπως επισημαίνουν οι διοργανωτές της ημερίδας, παρατηρείται μια στροφή, ως αποτέλεσμα και της οικονομικής κρίσης, στην ενδοχώρα και παράλληλα έντονο ενδιαφέρον των τουριστών για το αγροτικό τοπίο και τις κατασκευές.