Το ποδόσφαιρο είναι το πλέον δημοφιλές άθλημα σ’ όλο τον κόσμο. Όλοι, πτωχοί και πλούσιοι, μπορούν να το απολαύσουν. Είναι ένα πολύ ελκυστικό θέαμα και εξελίχθηκε σε σπουδαία επιχείρηση, που αποφέρει στους ιδιοκτήτες τεράστια κέρδη. Πέρα από την φήμη και το κύρος που εξασφαλίζει υπάρχουν και αυτοί που το βλέπουν διαφορετικά. Είκοσι δύο τρελοί που κυνηγούν μία μπάλα. Είναι όμως μειοψηφία.

Υπάρχουν όμως κανόνες δεοντολογίας, που προστατεύουν το προϊόν και το προωθούν, σε όσο δυνατόν μεγαλύτερες αγορές. Υπάρχει το ευ αγωνίζεσθαι και όποιοι δεν το τηρούν, τιμωρούνται παρά τα παρατράγουδα που ακούγονται κατά καιρούς για στημένα παιγνίδια και την είσοδο των στοιχηματικών εταιρειών με πολλά κέρδη.

Ένας ολόκληρος κόσμος, ζει από το ποδόσφαιρο. Νόμιμα ή παράνομα, ξεπλένοντας μαύρο χρήμα. Απ’ όλα έχει ο μπαξές.

Τι γίνεται όμως στη χώρα μας; Γιατί τα τελευταία χρόνια έχει διασυρθεί τόσο πολύ με την είσοδο κουμπουροφούρου ιδιοκτήτη στο γήπεδο. Πράγμα πρωτοφανές, που σε καμμία χώρα δεν συναντάται, ούτε σε απολίτιστη, ούτε πόσο μάλλον σε πολιτισμένη. Όπως, υποτίθεται, ότι είμαστε πριν αρκετά χρόνια, που παρακολουθούσαμε τις αναμετρήσεις μαζί. Στις ίδιες εξέδρες. Παιδιά, γυναίκες και άνδρες, με τα πανό και τις μπλούζες με το σήμα της αγαπημένης μας ομάδας. Κι όταν τελείωνε το παιγνίδι γινόταν η σχετική καζούρα στον ηττημένο. Κι αυτός την υπέμενε περιμένοντας να έρθει η δική του ώρα μετά από νίκη της ομάδας του. Για να ανταποδώσει. Ξεκινάγαμε από την ίδια γειτονιά για να χαρούμε δύο ώρες ποδόσφαιρο και να κάνουμε την σχετική κριτική. Ήταν οι ωραίες μέρες, πολιτισμένες. Περιμέναμε πως και πως την Κυριακή.

Αγωνιούσαμε γι’ αυτήν. Σεβόμασταν ο ένας την επιλογή του άλλου. Δεν χάλασε ποτέ η φιλία μας, η σχέση μας. Όσο κι αν πικραινόμασταν από την ήττα. Είχαμε πολλά που μας ένωναν και κυρίως το μέλλον μας, όπως το οραματιζόμασταν και το προδιαγράφαμε.

Από πότε λοιπόν υπήρξε αυτή η ραγδαία αλλαγή, που έμελλε να βάλει φωτιά στις σχέσεις και να προκαλέσει τόση βία; Μία βία που επεκτάθηκε και σ’ άλλα αθλήματα, που διακρίνονταν για την ηπιότητα των φιλάθλων, για την ευγένειά τους. Κατ’ αρχήν να πούμε ότι ποδοσφαιροποιήθηκαν όλα τα αθλήματα. Εξ ου και η βία η πρωτοφανής. Η αγριότητα και ο βανδαλισμός στον οποίο επιδίδονταν όλος αυτός ο στρατός. Κόκκινος, πράσινος, κίτρινος, μαυρόασπρος.

Δεν ήλθε, βεβαίως, από την μια στιγμή στην άλλη. Χρειάσθηκε χρόνος πολύς, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι για χρόνια ολόκληρα μέχρι να φθάσουμε στο σημείο αυτό, του χουλιγκανισμού. Πάντοτε υπήρχαν οι κακοί οπαδοί, πάντοτε υπήρχαν μεμονωμένα επεισόδια, αλλά αυτοί που τα προκαλούσαν βρίσκονταν απομονωμένοι από τους υγιείς φιλάθλους. Επί πλέον η Αστυνομία επιτελούσε το καθήκον της. Όπως και η Δικαιοσύνη. Δεν κρυβόταν πίσω από τα γεγονότα. Δεν υπήρχε η σχέση υποτέλειας, δεν υπήρχε αυτή η θλιβερή συναλλαγή κυβέρνησης – ιδιοκτητών, που τα σκεπάζει όλα και εκθέτει τις διωκτικές αρχές. Ανεπανόρθωτα θα ‘λεγα, αν βρισκόμασταν σε μια χώρα που σέβεται την διάκριση των εξουσιών, που σέβεται τον εαυτό της. Πρωτίστως!

Παρακολουθούμε λοιπόν αυτή την εξαχρείωση της πολιτικής, οικονομικής, κοινωνικής ζωής που συντελέσθηκε επί χρόνια στην ζωής μας, την αποδόμηση των θεσμών, τον επικίνδυνο ιδιοτελή συγχρωτισμό εκτελεστικής κα δικαστικής εξουσίας, την αποδυνάμωση της Αστυνομίας, την βαθμιαία υποχώρηση της παιδείας, την άνοδο των φαύλων, τον χρηματισμό, την πλήρη υποβάθμιση της Βουλής σε όργανο του ενός, δηλαδή του Πρωθυπουργού, την κατάπτωση της καλούμενης πνευματικής ηγεσίας, την ανομία, την ατιμωρησία. Την δικαίωση του κακού.

Το ποδόσφαιρο αποτελεί απλώς μια αντανάκλαση της σημερινής κοινωνίας. Της Ελληνικής. Όλοι το βλέπουμε, αλλά ελάχιστοι παραδεχόμαστε ότι σ’ αυτό τον παραμορφωτικό καθρέπτη έχουμε συμβάλλει όλοι. Λίγο ή πολύ. Με την ανοχή μας ή και την ενίσχυσή μας στην δημιουργία τέτοιων φαινομένων ανομίας, σαπίλας, διαφθοράς.

Ας μην μας προκαλεί λοιπόν απορία η όλη διαμορφωθείσα κατάσταση, στο ποδόσφαιρο. Όταν στις άλλες χώρες παρακολουθούν μαζί οι αντίπαλοι φίλαθλοι, όταν ο πρόεδρος της αντίπαλης ομάδας φιλοξενείται στα επίσημα θεωρεία και χαίρει του σεβασμού όλων, δίνει το καλό παράδειγμα ανάλογης συμπεριφοράς και φιλοξενίας. Είναι θέμα αγωγής, είναι θέμα καλλιέργειας, κι αυτή αποκτάται συν τω χρόνω, έμπρακτα. Μεταδιδόμενη από γενεά σε γενεά. Από τον μεγάλο στον μικρό. Από τον πατέρα στον γιο.

Σ’ αντίθεση με την πορεία που έχουμε πάρει εμείς. Τη θεόστραβη που θεωρούμε σωστή και προχωράμε στα τυφλά. Και τυφλοί δυστυχώς μας οδηγούν. Στον γκρεμό.

Ακολουθεί και το ποδόσφαιρο, μορφή κοινωνικής εκδήλωσης, την πορεία που έχει χαραχθεί από τους πολιτικούς, τους ταγούς μας και σοφούς μας «εικόνα μου είσαι κοινωνία μου και σου μοιάζω».

 

Δημήτρης Χ. Παξινός: Πρώην Πρόεδρος ΔΣΑ