Η πολιτική επικαιρότητα επιβάλλει να επανέλθουμε στην ιδέα της εντοπισμένης αναθεώρησης. Υπάρχουν θεσμικές παθογένειες που ανάγονται σε συνταγματικές διατάξεις. Τις γνωρίζουμε. Εχουμε συναίσθηση ότι πρέπει να αλλάξουν. Μπορούμε καλόπιστα να αξιολογήσουμε εναλλακτικούς τρόπους αντιμετώπισης και να αποδεχτούμε εκείνον που λελογισμένα θα προκρίνει η αναθεωρητική Βουλή.
Παράδειγμα: Γνωρίζουμε ότι το σύστημα βεβιασμένης συναίνεσης στην εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως σήμερα ισχύει, έχει μία παράπλευρη παθογένεια: την πρόωρη διάλυση της Βουλής ακόμη κι αν υπάρχει κυβερνητική σταθερότητα. Μία τέτοια διάλυση διασπά τη σταθερότητα της κυβερνητικής πολιτικής και ευτελίζει την πολιτική λογοδοσία, καθιστώντας την όμηρο της εκάστοτε αντιπολίτευσης με όρους συγκυρίας. Μπορούμε καλόπιστα να εξετάσουμε τρόπους διόρθωσης: σε περίπτωση που δεν επιτυγχάνεται αυξημένη πλειοψηφία μπορεί να προβλεφθεί π.χ. η παράταση της θητείας του Προέδρου (και μετά την άπρακτη παρέλευση ορισμένου χρόνου ενδεχομένως η προσφυγή σε διαδικασία άμεσης εκλογής).
Γιατί λοιπόν να μην επιδιώξουμε μία εντοπισμένη αναθεώρηση; Πρώτος αντίλογος: Διότι δεν υπάρχουν συνθήκες συναίνεσης. Πράγματι, οι πολιτικές συνθήκες είναι συγκρουσιακές. Τι μας κάνει όμως να πιστεύουμε ότι θα είναι λιγότερο συγκρουσιακές στην επόμενη ή την μεθεπόμενη Βουλή; Η διάρκεια της οποίας, σημειωτέον, θα είναι άδηλη ακριβώς εξαιτίας της διάταξης σχετικά με την προεδρική εκλογή. Σε κάθε περίπτωση, έχουμε χρέος να απαιτήσουμε από το πολιτικό σύστημα να μην χρεωθεί τη διαιώνιση ομολογημένα παθολογικών ρυθμίσεων. Και να θέσουμε όσους λαμβάνουν αποφάσεις ενώπιον των ευθυνών τους.
Δεύτερος αντίλογος. Διότι παραγνωρίζει τη σημασία μίας ευρύτερης ιδεολογικής αναθεώρησης. Ο αντίλογος δεν είναι βάσιμος. Τίποτε δεν εμποδίζει την ιδεολογική αναθεώρηση να προχωρήσει παράλληλα με την εντοπισμένη. Στην ίδια αναθεωρητική διαδικασία. Γιατί θα πρέπει η τυχόν αδυναμία επίτευξης ιδεολογικά φορτισμένων τομών να συμπαρασύρει τη διόρθωση των κακώς κειμένων;
Από εκεί και πέρα, πρέπει να έχουμε επίγνωση των δυσχερειών της ιδεολογικής αναθεώρησης. Αυτή προϋποθέτει ευρύτερη πολιτική και κοινωνική κινητοποίηση και διαβούλευση, ώστε ορισμένες θέσεις να διακριθούν και να επικρατήσουν, δίχως δισταγμό, στο κοινωνικό σώμα. Μακριά από τη λογική της πρόσκαιρης πολιτικής επικράτησης.
Σε κάθε περίπτωση, ας έχουμε κατά νου και μία βαθύτερη επιφύλαξη για τους όρους της ιδεολογικής αντιπαράθεσης σε συνταγματικά ζητήματα. Τα μείζονα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι διαρθρωτικά και διαχρονικά. Σχετίζονται με τις κλειστές δομές της οικονομίας και της κοινωνίας μας. Την έλλειψη αξιοκρατίας και την ανακύκλωση αντιπαραγωγικών δομών με τη διαμεσολάβηση του πελατειακού συστήματος και υπό την ομηρεία ενός αγκυλωμένου, δυσκίνητου κράτους. Οσο δεν εστιάζουμε σε αυτά η αντιπαράθεση συνταγματικών φιλοσοφιών δεν θα είναι γνήσια.
Σε είκοσι χρόνια στον διεθνή καταμερισμό εργασίας το ένα τρίτο των σημερινών θέσεων εργασίας θα είναι εκτός αγοράς. Η συντήρησή τους δε θα είναι βιώσιμη. Και η διάρρηξη του κοινωνικού ιστού που θα ακολουθήσει πλέον επώδυνη. Τι κάνουμε για να προετοιμάσουμε την οικονομία να βρει τον δυναμισμό που θα της επιτρέψει να επιβιώσει; Πώς αντιλαμβανόμαστε τον ρόλο του Συντάγματος και του δημοσίου δικαίου σε μία σώφρονα διαδικασία οικονομικής προσαρμογής και κοινωνικής προόδου;
Στον βαθμό που παραγνωρίζουμε αυτές τις βαθύτερες προκλήσεις θα αναλισκόμαστε σε ιδεολογική αντιπαράθεση με όρους  θεάματος. Είναι χρέος μας να εξετάσουμε πώς λειτουργούν και πώς απειλούνται οι ανοιχτές δομές στον πλέον ευημερούντα κόσμο και να εμπλουτίσουμε τον συνταγματικό μας λόγο. Ενόσω αυτό επιδιώκεται, είναι σκόπιμο να ξεκινήσουμε από εκείνες τις παθολογίες που είναι εξόφθαλμα διαγνώσιμες: τις θεσμικές. Πρωτίστως, η αντιμετώπιση των θεσμικών παθογενειών έχει προστιθέμενη αξία στην αντιμετώπιση των ευρύτερων προκλήσεων. Οι θεσμοί αποτελούν εγγύηση της δημοκρατίας. Τα θεσμικά οφέλη από μία εντοπισμένη αναθεώρηση μπορούν να συμβάλουν ώστε να είναι περισσότερο διαφανής η λειτουργία της δημοκρατίας, περισσότερο γνήσια η αντιπαράθεση των δημόσιων πολιτικών και περισσότερο φερέγγυα η λογοδοσία για τα αποτελέσματά τους.