Ακόμα δεν την είδαμε, «προοδευτική» βαφτίστηκε η συνταγματική αλλαγή που θα προτείνει η κυβέρνηση, έτσι την προσδιορίζει στην απαντητική επιστολή που έστειλε ο κ. Τσίπρας στην κ. Γεννηματά. Αυτό δεν αποτελεί είδηση: κατά το επίσημο λεξιλόγιο, οτιδήποτε προέρχεται από το συριζαϊκό στρατόπεδο έχει πρόσημο «προοδευτικό», «δημοκρατικό», «αριστερό», ενίοτε και «ταξικό», ενώ τα εκ της αντιπολιτεύσεως εκπορευόμενα είναι από «νεοφιλελεύθερα» έως «ακροδεξιά». Πρόκειται για γλώσσα ρουτίνας  – και θα έπρεπε να καταλάβουν στο Μαξίμου και στην Κουμουνδούρου ότι η συνεχής χρήση την έχει φθείρει και δεν παράγει πια αποτελέσματα.
Το θετικό της απαντητικής επιστολής είναι, όπως διαπίστωσαν και από το Κίνημα Αλλαγής, ότι ο Πρωθυπουργός διαβεβαιώνει ότι οι διαδικασίες θα γίνουν «όπως το Σύνταγμα προβλέπει» – άρα έμειναν στην άκρη οι «λαϊκές συνελεύσεις» και τα δημοψηφίσματα με τα οποία μας απειλούσαν πέρυσι τέτοια εποχή. Μάλλον διαπίστωσαν και στον ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν υπάρχει διάθεση μεταξύ των πολιτών για συμμετοχή σε διαδικασίες που θα όξυναν τον πολιτικό ανταγωνισμό. Για τρεις βασικούς λόγους, νομίζω: επειδή όλοι αντιμετωπίζουμε προβλήματα οικονομικής επιβίωσης που δεν επιτρέπουν τέτοιες πολυτέλειες, επειδή άρχισε να γίνεται κατανοητό ότι η ευημερία δεν κερδίζεται με αγώνες αλλά με αύξηση του κοινωνικού πλούτου –  και, τέλος, επειδή γίνεται όλο και πιο ευδιάκριτο ότι η ποιότητα και η ένταση του πολιτικού ανταγωνισμού είναι οι σημαντικότερες αιτίες που μας έφεραν εδώ που βρισκόμαστε.
Βεβαίως, ο πολιτικός ανταγωνισμός δεν θα είχε τόσο μεγάλες συνέπειες αν οι πολιτικοί δεν είχαν στη χώρα μας δυσανάλογη εξουσία σε σύγκριση με άλλες δυτικές δημοκρατίες, όπου εκεί οι κοινωνίες μπορούν να λειτουργήσουν ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνά, ή ακόμα και αν μένουν για μήνες χωρίς κυβέρνηση. Ακριβώς αυτή η εξουσιαστική ισχύς – το ποινικά ακαταδίωκτο των υπουργών και βουλευτών είναι μία από τις εκδηλώσεις αυτής της ισχύος – κάνει τόσο επίζηλη στη χώρα μας την κατάκτησή της πολιτικής εξουσίας και οδηγεί στα άκρα τον κομματικό ανταγωνισμό.
Μου φαίνεται λοιπόν ότι προοδευτικό και δημοκρατικό θα ήταν να υπάρξουν συνταγματικές αλλαγές που να μειώνουν την ισχύ των κομματικών ελίτ και να περιορίζουν την ένταση του πολιτικού ανταγωνισμού  – και προς αυτήν την κατεύθυνση είναι οι προτάσεις του Νίκου Αλιβιζάτου και του Κινήματος Αλλαγής. Τα Μνημόνια έφεραν αναγκαστικά σχετική «αποπολιτικοίηση» του κράτους, μείωση της κομματικής επιβολής πάνω του – αν τα κόμματα προχωρήσουν εθελοντικά προς την ίδια κατεύθυνση, θα είναι πραγματικά μεγάλο βήμα προόδου.
Μένει να δούμε αν πραγματικά η κυβέρνηση ενδιαφέρεται για τέτοιο βήμα και όχι για συνθήματα. Απίθανο φαίνεται, αλλά ας μη βιαστούμε να το αποκλείσουμε.