Οι ιστορίες της «Γένεσης» είναι για τους ενηλίκους ό,τι είναι το «τα παιδιά τα φέρνει ο πελαργός» για τα ανήλικα. Ή μάλλον ό,τι ήταν στα χρόνια τα δικά μου αφού έκτοτε έχουν πέσει στα χέρια μου πολλές εκδοχές με τις «Ιστορίες του Σπερμούλη» ή κάπως έτσι. Διότι έχω την εντύπωση ότι τα μικρά, με το θηριώδες τους ένστικτο, πάντα καταλάβαιναν ότι αυτό δεν είναι ακριβώς αλήθεια. Η συγκεκριμένη συνθήκη όμως βολεύει όλους και κυρίως δεν αφήνει να σκοτιστεί η παιδική αθωότητα.
Αντίστοιχα κι εμείς, για να διασώσουμε τα απομεινάρια της δικής μας αθωότητας, παραδινόμαστε στις ιστορίες για τη δημιουργία του κόσμου και τις πρώτες περιπέτειες του ανθρώπου. Ανεξαρτήτως θρησκεύματος και με την πλήρη γνώση της επιστημονικής αλήθειας.
Διότι τη θεωρία του Δαρβίνου περί εξέλιξης των ειδών δεν μπορεί να τη διηγηθεί κάποιος σαν παραμύθι. Δεν έχει βροντές, αστραπές, καταστροφές, κατακλυσμούς. Δεν έχει ανθρώπινα μίση και θεϊκά πάθη. Αν είχε, αυτή θα έκανε ταινία ο Τζον Χιούστον το 1966 και όχι τη «Βίβλο» – μια από τις πιο εμπορικές της πλούσιας καριέρας του – όπου αφηγείται τα 22 πρώτα κεφάλαια της «Γένεσης». Και δεν θα κράταγε για τον εαυτό του τον ρόλο του Νώε, του πιο θετικού ήρωα της ιστορίας.
Από αυτήν την άποψη, τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας δεν έχουν μόνο πολύ μεγάλη μουσειακή αξία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελούν μια νέα «έκδοση» της πιο ωραίας ιστορίας του κόσμου. Με συγγραφέα και αφηγητή έναν εκ των πρωταγωνιστών της. Από κει και πέρα τι σημασία έχει αν ο Νώε έκανε τη θυσία εντός ή εκτός της Κιβωτού. Ακόμη κι αν το ήξερε ο Χιούστον, σιγά που θα άλλαζε το δικό του σενάριο. (Το πολύ πολύ να έκανε μία ταινία για τις διάφορες θεωρίες συνωμοσίας που έχουν σχέση με την εύρεση των Χειρογράφων της Νεκράς Θάλασσας, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.)