Κάθε ιστορική περίοδος σημαδεύεται από ορισμένες εμβληματικές φράσεις των πρωταγωνιστών της. Εφόσον διαθέτουν πανηγυρικό χαρακτήρα, αποκτούν αίγλη ρητών. Σκαλίζονται σε μάρμαρα, κεντιούνται με χρυσές κλωστές. Αμα εκφράζουν απογοήτευση, πίκρα, τις επαναλαμβάνουν οι μεταγενέστεροι σαν ξόρκια, μορφάζοντας με νόημα. «Τι τα θες, ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ…».
Το ενδιαφέρον είναι ότι τα αποφθέγματα εκείνα πολύ συχνά περνούν στην κοινή συνείδηση διαστρεβλωμένα. Τους δίνεται έννοια εντελώς διαφορετική ή και αντίθετη από την αρχική τους.
Γύρω στο 1850, ο Διονύσιος Σολωμός έγραφε τον «Πόρφυρα», σύνθεση αριστουργηματική, εμπνευσμένη από τη μαύρη μοίρα ενός νεαρού Εγγλέζου που τον καταβρόχθισε ένα σκυλόψαρο στην Κέρκυρα. Κάποιος φίλος τού επεσήμανε ότι στη συγκεκριμένη συγκυρία οι Ελληνες θα περίμεναν από τον ποιητή τους στίχους πιο εμψυχωτικούς, περισσότερο πατριωτικούς. Οργισμένος ο Σολωμός είπε τότε το περίφημο «Το Εθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικόν ό,τι είναι αληθές».
Το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» αμφισβητείται εάν αρθρώθηκε καν από τον Χαρίλαο Τρικούπη – δεν βρίσκεται πάντως στα πρακτικά της Βουλής.
Τα στερνά λόγια του Καραϊσκάκη, ενώ είχε λαβωθεί στο Φάληρο από ελληνικά πυρά, παραδίδονται ως εξής: «Αμα γίνω καλά, θα κανονίσω εγώ εκείνον που με βάρεσε. Αμα ψοφήσω, κλάστε μου τον μπούτζον». Γαργαλιούνται οι περισσότεροι με την αθυροστομία του Ηρωα. Δεν κατανοούν όμως το βαθιά πολιτικό νόημα της φράσης: εκλιπόντος του αρχηγού, η διατήρηση της εθνικής ενότητας προέχει της απόδοσης δικαιοσύνης.
Από τη χρεοκοπία του 2010 και την υπαγωγή στα μνημόνια χαράχτηκαν στη λαϊκή συνείδηση το «Λεφτά υπάρχουν» και το «Ολοι μαζί τα φάγαμε». Αμφότερα διαδόθηκαν κολοβωμένα.
Ο Γιώργος Παπανδρέου είχε πει «Λεφτά υπάρχουν αν τα διεκδικήσεις, αν προσελκύσεις επενδύσεις, αν νοικοκυρέψεις το κράτος, αν αξιοποιήσεις τις παραγωγικές δυνατότητες της χώρας…». Ποιος θα διαφωνούσε ποτέ; Το μόνο που θα μπορείς να καταλογίσεις στον ΓΑΠ είναι ότι τόσο λαχταρούσε να γίνει πρωθυπουργός, ώστε άφησε μια ψύχραιμη τοποθέτηση να ακουστεί σαν κούφια παροχολογία. Και τελικά να του γυρίσει μπούμερανγκ, όπως και ο θρίαμβός του στις εκλογές του 2009.
Η πλήρης τοποθέτηση του Θεόδωρου Πάγκαλου ήταν «Ολοι μαζί τα φάγαμε. Σάς διορίσαμε». Ξέχασε βέβαια ο ευφυέστερος, κατά κοινή σχεδόν ομολογία, πολιτικός της γενιάς του (ο οποίος δεν κατηγορήθηκε ποτέ για κανένα σκάνδαλο), ξέχασε να προσθέσει ότι δεν φάγαμε όλοι το ίδιο. Και πως εν πάση περιπτώσει, το τραπέζι της αστακομακαρονάδας το έστρωσαν οι ηγεσίες. Υποκύπτοντας ίσως στην απαίτηση των ψηφοφόρων, μη ενημερώνοντάς τους όμως ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν φουσκωμένος ο λογαριασμός. Για να πέσει επί δικαίους και αδίκους.
Λίγο νωρίτερα – πριν σκάσει η φούσκα, προτού τελειώσει τόσο άδοξα το ελληνικό πάρτι – ο Γιώργος Βουλγαράκης, υπουργός τότε, τραυματίας σήμερα και περαστικά του, είχε ξεστομίσει μια άλλη φράση που έμελλε να αντιλαλήσει απανταχού: «Ο,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό».  
Προφανώς είχε λάθος. Ο,τι είναι νόμιμο δεν είναι απαραιτήτως ηθικό. Οχι όμως επειδή οι νομοθέτες είναι ανήθικοι κατά το συμφέρον τους. Αλλά επειδή δεν υπάρχει μία και μόνη ηθική. Η κάθε κοινωνία απαρτίζεται από ανθρώπους με ποικίλες απόψεις, διαφορετικούς θεούς, αντίθετους μεταξύ τους κώδικες συμπεριφοράς. Το έχει γράψει εξαιρετικά ο Γιάννης Νεγρεπόντης, το έχει τραγουδήσει αμίμητα ο Λουκιανός Κηλαηδόνης από το 1975. «Αλλη τιμιότη έχει ο συγγραφέας κι άλλο τιμιότη λέει ο ιερέας, άλλη του ιδεολόγου ιδιώτη κι αλλιώτικη του μισθοφόρου στρατιώτη…».
Τι κάνει ο νόμος; Συνθέτει τις επιμέρους αντιλήψεις για το καλό και το κακό και έπειτα τις παραμερίζει και γίνεται εκείνος η πυξίδα, ο μπούσουλας για το τι επιτρέπεται και τι απαγορεύεται. Ο νόμος ίσταται υπεράνω. Υποχρέωση τού κάθε πολίτη είναι να συμμορφώνεται στις επιταγές του, δεν πάει να του ξινίζουν. Δικαίωμά του είναι να επωφελείται από τις ευεργετικές διατάξεις του κι ας στραβώνει τα μούτρα του ο διπλανός.
Δεν σάς αρέσει ο νόμος; Αλλάξτε τον, με δημοκρατικές διαδικασίες. Μη μουρμουρίζετε ωστόσο περί μιας υπέρτερης δήθεν ηθικής τάξης, στην οποίαν πρέπει όλοι να συμμορφώνονται επειδή… Επειδή τι; Μην παριστάνετε τις Αντιγόνες, ιδίως όταν δεν είστε διατεθειμένοι να βάλετε όχι το κεφάλι, ούτε καν το δαχτυλάκι σας στον ντορβά.
Ο Κάρολος Μαρξ το είχε θέσει διαυγέστατα: Στην φεουδαρχία o νόμος είναι το δίκιο του γαιοκτήμονα. Στον καπιταλισμό του αστού. Στον σοσιαλισμό, που επαγγελλόταν, του προλετάριου. Οσο για την ηθική, περισσότερο συγγενεύει με τη μεταφυσική παρά με την πολιτική πράξη.
Κάμποσοι στην Ελλάδα σήμερα εμ παριστάνουν τους νεομαρξιστές, εμ ηθικολογούν ακατάσχετα, κουνούν το δάχτυλο σαν τους δασκάλους των παλιών κατηχητικών. Αναμενόμενο. Η ηθικολογία, όπως και ο πατριωτισμός, αποτελεί το ύστατο καταφύγιο των απατεώνων.