Κάποιοι θα θυμούνται τις εικόνες: Δεκέμβριο του 2007, επισφραγίζοντας την αναθέρμανση των γαλλο-λιβυκών σχέσεων, ο Μουαμάρ Καντάφι πραγματοποιεί πενθήμερη επίσκεψη στη Γαλλία, για πρώτη φορά έπειτα από 34 χρόνια. Στήνει μάλιστα την πελώρια σκηνή του στο πάρκο του Μεγάρου Μαρινί, όπου φιλοξενούνται κατά κανόνα οι προσκεκλημένοι του γαλλικού κράτους. Στο Ελιζέ βρίσκεται από τον Μάιο ο Νικολά Σαρκοζί.
Εχουν περάσει σχεδόν έντεκα χρόνια από τότε, έχουν μεσολαβήσει πολλά. Ο Καντάφι δεν υπάρχει πια. Ο Σαρκοζί, που συνέβαλε το 2011 στην ανατροπή του καθεστώτος του, είναι σήμερα απλά μέλος του γαλλικού Συνταγματικού Συμβουλίου: μετά την αποτυχημένη του απόπειρα να κερδίσει το χρίσμα του υποψηφίου της Δεξιάς στις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2017 αποσύρθηκε (εκ νέου) από την πολιτική ζωή. Αλλά το παρελθόν δεν παύει να τον καταδιώκει. Εχει ήδη παραπεμφθεί σε δίκη για τη διαβόητη υπόθεση «Bygmalion», την παράνομη χρηματοδότηση της προεκλογικής του εκστρατείας για την προεδρία το 2012. Και τώρα κινδυνεύει να παραπεμφθεί σε δίκη για παράνομη χρηματοδότηση της προηγούμενης – και μοναδικής επιτυχημένης – προεκλογικής του εκστρατείας για την προεδρία, το 2007, με τουλάχιστον πέντε εκατομμύρια ευρώ από τη Λιβύη του Καντάφι. Ο πρώην πρόεδρος της Γαλλίας κλήθηκε χθες το πρωί για ανάκριση στο αρχηγείο της δικαστικής αστυνομίας στη Ναντέρ – και τέθηκε προσωρινά υπό κράτηση.
Είναι η πρώτη φορά που καταθέτει για αυτό το ζήτημα από όταν ξεκίνησε προκαταρκτική εξέταση, τον Απρίλιο του 2013. Είχε προηγηθεί, τον Ιούλιο του 2011, ένα ρεπορτάζ-βόμβα του γαλλικού ερευνητικού ιστότοπου Mediapart: αυτός ανέδειξε πρώτος τις σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί ανάμεσα σε έναν γαλλο-λιβανέζο έμπορο όπλων ονόματι Ζιάντ Τακεντίν και στον στενό συνεργάτη του Σαρκοζί, μετέπειτα γενικό γραμματέα στο προεδρικό του μέγαρο Κλοντ Γκεάν. Ο ίδιος ο Τακεντίν έσπασε τη σιωπή του τον Νοέμβριο του 2016, διαβεβαιώνοντας μπροστά στις κάμερες ότι από τον Νοέμβριο του 2006 έως τον Ιανουάριο του 2007, όταν ο Σαρκοζί ήταν υπουργός Εσωτερικών και ο Γκεάν προσωπάρχης του, μετέφερε ο ίδιος στο υπουργείο και παρέδωσε προσωπικά στον Γκεάν τρεις βαλίτσες γεμάτες λιβυκό χρήμα -συνολικά πέντε εκατομμύρια ευρώ.
Η ομολογία του Τακεντίν συμπίπτει με τις δηλώσεις ενός ακόμη σκοτεινού πρωταγωνιστή της υπόθεσης, του Αμπντάλα Σενούσι, πρώην επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών του στρατού και κουνιάδου του Καντάφι: το 2012, στη διάρκεια ακρόασης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, ο Σενούσι είχε δηλώσει, σύμφωνα με τον Mediapart, πως «είχε επιβλέψει προσωπικά τη μεταφορά αυτού του ποσού». Υπάρχουν επίσης τα σημειωματάρια του πρώην υπουργού Πετρελαίων της Λιβύης Τσούκρι Γκανέμ, ο οποίος πέθανε το 2012 σε συνθήκες που παραμένουν αδιευκρίνιστες: και αυτά μιλούν για καταβολές χρημάτων στον Νικολά Σαρκοζί. Υπάρχει και εκείνη η μαρτυρία του Μπεσίρ Σάλεχ, πρώην υπουργού Οικονομικών του Καντάφι, που τραυματίστηκε πρόσφατα από σφαίρα στο Γιοχάνεσμπουργκ, στη «Monde»: «Ο Καντάφι είπε πως είχε χρηματοδοτήσει τον Σαρκοζί. Ο Σαρκοζί είπε πως δεν έχει λάβει καμία τέτοια χρηματοδότηση. Πιστεύω περισσότερο τον Καντάφι παρά τον Σαρκοζί». Υπάρχει και εκείνο το πελώριο χρηματοκιβώτιο που διατηρούσε στη διάρκεια της εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές του 2007 στην τράπεζα BNP ο Γκεάν: ο ίδιος υποστήριξε πως ο λόγος που πήγαινε συχνά ήταν για να τοποθετεί σε ασφαλή χώρο τις ομιλίες του Σαρκοζί. Υπάρχει επίσης εκείνο το πολυτελές διαμέρισμα που αγόρασε ο Γκεάν στο Παρίσι τρεις μήνες μετά τη θριαμβευτική επίσκεψη του Καντάφι – κυρίως χάρη σε μια αιφνιδιαστική κατάθεση 500.000 ευρώ στο όνομά του.
Υπάρχουν και άλλοι σκοτεινοί ενδιάμεσοι σε αυτή την ιστορία, όπως και πληροφορίες του γαλλικού Τύπου πως πολλοί πρώην αξιωματούχοι της Λιβύης, από την εποχή του Καντάφι, προσκόμισαν τελευταία νέα στοιχεία που επιβεβαιώνουν τις υποψίες παράνομης χρηματοδότησης – με αντάλλαγμα, το δίχως άλλο, συμβόλαια και συμφωνίες.
Τα μπλεξίματα του Νικολά Σαρκοζί με τη Δικαιοσύνη δεν είναι κάτι νέο. Τα τελευταία χρόνια έχει εμπλακεί, άμεσα ή έμμεσα, σε καμιά δεκαριά υποθέσεις. Αρκετές από αυτές κατέληξαν στο αρχείο και εκείνος δεν χάνει ευκαιρία να το υπενθυμίζει.  Η δικαστική αστυνομία είχε δικαίωμα να τον κρατήσει υπό κράτηση έως και για 48 ώρες. Στους δικαστές εναπόκειται αν θα απαγγείλουν κατόπιν κατηγορίες στον πρώην πρόεδρο της Γαλλίας, παραπέμποντάς τον σε δίκη.