Την αξιοποίηση της υπόθεσης του ρώσου πρώην διπλού πράκτορα Σεργκέι Σκριπάλ ως διπλωματικού όπλου φαίνεται ότι επιχειρεί η ελληνική κυβέρνηση, μέσω της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Τελικός στόχος της Αθήνας είναι να πιέσει την Τουρκία ενεργοποιώντας επί της ουσίας τον ρωσικό παράγοντα για να απελευθερωθούν από τις φυλακές της Αδριανούπολης οι δυο έλληνες στρατιωτικοί.
Οι διπλωματικές κινήσεις της Αθήνας είναι έντονες στο παρασκήνιο, ενώ έχουν αναληφθεί πρωτοβουλίες σε συνεννόηση με τον Πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, ώστε να υπάρξει το συντομότερο δυνατόν θετική έκβαση στην υπόθεση των δύο Ελλήνων αξιωματικών.
ΜΕΤΡΙΑΣΕ ΤΗ ΣΚΛΗΡΗ ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΕ. Στα πλαίσια της στρατηγικής του Μεγάρου Μαξίμου εκδηλώθηκε μια ιδιαίτερα σημαντική κίνηση από το υπουργείο Εξωτερικών το βράδυ της περασμένης Δευτέρας στις Βρυξέλλες. Εκεί, η Σύνοδος των υπουργών Εξωτερικών των κρατών – μελών της ΕΕ υιοθέτησε, λόγω και της ελληνικής στάσης, μια πιο μετριοπαθή στάση απέναντι στη Μόσχα.
Η ελληνική κίνηση επισημάνθηκε από τον διεθνή Τύπο με την αναφορά ότι η Αθήνα άσκησε πιέσεις ώστε να μετριαστεί η ανακοίνωση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ για την υπόθεση δηλητηρίασης του Σκριπάλ στη Βρετανία. Ο Νίκος Κοτζιάς υποστήριξε ότι πριν από οποιαδήποτε σαφή τοποθέτηση της ΕΕ πρέπει να υπάρξουν «αδιαμφισβήτητες αποδείξεις».
Η κίνηση της ελληνικής διπλωματίας είχε ως αποτέλεσμα η ΕΕ να μην υιοθετήσει πλήρως τις αιτιάσεις της Βρετανίας και να διατυπώσει σαφείς κατηγορίες κατά της Μόσχας. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι επιφυλάξεις και οι ενστάσεις της ελληνικής πλευράς οδήγησαν τους ευρωπαίους υπουργούς Εξωτερικών στο να χρησιμοποιήσουν ηπιότερη φρασεολογία στο ανακοινωθέν, γεγονός που δεν πέρασε απαρατήρητο από τη Μόσχα.
Σύμφωνα με κυβερνητικούς παράγοντες που συνομίλησαν με «ΤΑ ΝΕΑ», η ελληνική στάση είναι ένα σαφές δείγμα ότι η Αθήνα με την προσπάθεια να πιέσει την ΕΕ για σκληρή θέση στο θέμα των δύο ελλήνων στρατιωτικών επιχειρεί να αξιοποιήσει τους διαύλους επικοινωνίας που έχει με το Κρεμλίνο.
ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ. Στο Μέγαρο Μαξίμου κρατούν  χαμηλούς τόνους και δεν στέκονται μόνο στη Μόσχα, καθώς θεωρούν ιδιαίτερα θετικές και τις χθεσινές δηλώσεις του αμερικανού πρεσβευτή Τζέφρι Πάιατ, αλλά και άλλων παραγόντων και αναφέρονται στο δόγμα της πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής που ακολουθείται. «Οι ΗΠΑ είναι πλήρως προσηλωμένες στο ζήτημα των δύο στρατιωτικών και στηρίζουν τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης», σχολίασε ο Πάιατ.
Η κίνηση της Αθήνας ερμηνεύεται ως προσπάθεια να ενεργοποιηθεί το «ρωσικό κανάλι», ευελπιστώντας σε παρέμβαση της Μόσχας για την απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών. Και αυτό διότι το Κρεμλίνο διατηρεί εσχάτως άριστη σχέση με την τουρκική ηγεσία και η ελληνική κυβέρνηση αξιοποιεί πλέον όλα τα διπλωματικά όπλα. Εξάλλου, ο επανεκλεγείς πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν διατηρεί πολύ καλή σχέση με τον τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ενώ έχει ενισχυθεί και η ρωσοτουρκική συνεργασία (π.χ. αγορά πυραύλων S-400, κ.ά.).
Ο Ερντογάν μιλώντας χθες σε ημερίδα για την ενεργειακή πολιτική στην Αγκυρα, ανέφερε ότι σύντομα θα αρχίσουν οι εργασίες για την κατασκευή του πυρηνικού εργοστασίου στο Ακουγιού που θα κοστίσει 22 δισ. δολάρια και την επίβλεψη θα έχει εξ ολοκλήρου ρωσική εταιρεία. Μάλιστα, είπε ότι πολύ σύντομα θα επισκεφθεί το Ακουγιού και ο Πούτιν για να παραστούν μαζί στην έναρξη των έργων.
Σε αυτό το κλίμα, ήρθε να προστεθεί – και δεν συνδέεται με τις κυβερνητικές κινήσεις, όπως αναφέρουν από το Μαξίμου – η επιστολή του επιχειρηματία Ιβάν Σαββίδη (υπογράφει την επιστολή ως πρόεδρος της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Ρωσίας) προς τον Πούτιν ώστε να μεσολαβήσει για την απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών.
ΣΥΓΧΥΣΗ ΜΕ ΤΗ ΜΕΤΑΓΩΓΗ. Οι τουρκικές Αρχές, πάντως, εξακολουθούν να επιδεικνύουν αδικαιολόγητη κωλυσιεργία στην υπόθεση των δύο  στρατιωτικών, όπως διαφάνηκε και από τη χθεσινή σύγχυση σχετικά με τη μεταγωγή τους από τις φυλακές στα δικαστήρια της Αδριανούπολης, προκειμένου να δώσουν τους κωδικούς (PIN) των κινητών τους. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος διέψευσε τις πληροφορίες για τη μεταγωγή. Ωστόσο, οι συνεχείς καθυστερήσεις των τουρκικών Αρχών ουσιαστικά επιβεβαιώνουν τους φόβους που είχαν διατυπώσει εξ αρχής και επιτελείς του «Πενταγώνου», επισημαίνοντας πως αν το ζήτημα δεν επιλυθεί γρήγορα – όπως γινόταν συνήθως – τότε είναι άγνωστο πότε θα επιστρέψουν οι δύο Ελληνες.
n Η καγκελαρία του Βερολίνου που ρωτήθηκε από «ΤΑ ΝΕΑ» δεν επιβεβαίωσε τη δήλωση του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά ότι «ήδη η καγκελάριος Μέρκελ έχει παρέμβει στον ίδιο τον Ερντογάν». Κυβερνητικός εκπρόσωπος απάντησε με την πάγια διατύπωση: «δεν δίνουμε καμία πληροφορία για εμπιστευτικές συνομιλίες της καγκελαρίου».