Το 1965, ο Χένρι Κίσινγκερ έγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «The Troubled Partnership» («Η Ταραγμένη Συμμαχία»), όπου εξέταζε τις εντάσεις που αντιμετώπιζε η διατλαντική συμμαχία στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Μία σταθερή διεθνή τάξη, επιχειρηματολογούσε, απαιτεί την ηγεσία των ΗΠΑ -ενός ισχυρού μοντέλου δημοκρατίας στον κόσμο – με την υποστήριξη ισχυρών δεσμών με την Ευρώπη. Ο Κίσινγκερ μάλλον δεν θα μπορούσε να είχε φανταστεί ποτέ ότι, λιγότερο από έξι δεκαετίες αργότερα, οι ΗΠΑ θα έπαιζαν ακριβώς τον αντίθετο ρόλο, καθώς αναδύεται μία νέα, πιο σκοτεινή εκδοχή της διατλαντικής συμμαχίας.
Σκεφτείτε το πρόσφατο συνέδριο του Εθνικού Μετώπου στη Γαλλία. Αμέσως μετά την επανεκλογή της στην ηγεσία, η Μαρίν Λεπέν ανακοίνωσε τη μετονομασία του σε Εθνικό Συναγερμό. Επίτιμος προσκεκλημένος ήταν ο πρώην επικεφαλής σύμβουλος στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ, Στίβεν Μπάνον.
«Ολα τα μεγάλα κοσμοϊστορικά γεγονότα και πρόσωπα παρουσιάζονται, σαν να πούμε, δυο φορές, την πρώτη φορά σαν τραγωδία, τη δεύτερη σαν φάρσα», είχε γράψει ο Καρλ Μαρξ. Θα ήταν εύκολο να τοποθετήσει κανείς το συνέδριο της Λίλλης στην κατηγορία της φάρσας. Θα ήταν όμως επικίνδυνο να απορρίψουμε το όραμα του Μπάνον, την πεποίθησή του πως ο «ρους της Ιστορίας» κινείται αναπόδραστα προς τους λαϊκιστές ως απλή καυχησιολογία. Μπορεί ο Μακρόν να επικράτησε στη Γαλλία, αλλά η εκλογική νίκη του Τραμπ δεν ήταν ατύχημα. Ούτε και η νίκη των λαϊκιστικών κομμάτων στις πρόσφατες εκλογές στην Ιταλία.
Ακόμα και η Γερμανία έχει σε κάποιο βαθμό πέσει θύμα λαϊκιστικών δυνάμεων. Συγκροτήθηκε βέβαια νέος μεγάλος συνασπισμός. Χρειάστηκαν ωστόσο περισσότεροι από πέντε μήνες, και μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης είναι τώρα το ακροδεξιό AfD. Σε μια χώρα που έδειχνε να έχει εμβολιαστεί κατά του λαϊκισμού από τη ναζιστική ιστορία της, αυτή είναι μία ιδιαίτερα θλιβερή εξέλιξη. Η δημοκρατία είναι πιο εύθραυστη από ό,τι νομίζουμε, και ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη.
Πώς μπορούμε λοιπόν να αναχαιτίσουμε το λαϊκιστικό κύμα; Καταρχήν, οι πολιτικές ελίτ και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού που εξακολουθούν να πιστεύουν στη φιλελεύθερη δημοκρατία πρέπει να αναγνωρίσουν πως αυτές ευθύνονται για την άνοδο του λαϊκισμού, λόγω της αποτυχίας τους να απαντήσουν επαρκώς στις αγωνίες του εκλογικού σώματος. Πρέπει να εργασθούν ακατάπαυστα ώστε να βρουν πραγματικές λύσεις για τα προβλήματα, από τις ανισότητες έως τη μετανάστευση, που έχουν ενισχύσει τη στήριξη λαϊκιστικών δυνάμεων.
Φυσικά, το αμερικανικό Δημοκρατικό Κόμμα πρέπει επίσης να βρει έναν ικανό υποψήφιο απέναντι στον Τραμπ το 2020. Και η Γαλλία και η Γερμανία πρέπει να προωθήσουν την περαιτέρω ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.
Ας μην τρέφουμε ψευδαισθήσεις: αντίθετα με ό,τι είπε ο Μπάνον στη Λίλλη, είναι ο Μακρόν – όχι η Λεπέν – αυτός που κρατάει το κλειδί για το μέλλον της δημοκρατίας στη Γαλλία. Αν δεν καταφέρει να κάνει το σύστημα να δουλέψει για μεγαλύτερο κομμάτι του εκλογικού σώματος, η Γαλλία μπορεί εύκολα να πάρει τον δρόμο των ΗΠΑ, δημιουργώντας ένα επικίνδυνο προηγούμενο για την υπόλοιπη Ευρώπη.  

O Ντομινίκ Μοϊζί, πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας, είναι σύμβουλος στο Ινστιτούτο Montaigne στο Παρίσι