Η είδηση της βράβευσης της Ελληνοκύπριας Αντριας Ζαφειράκου ως της καλύτερης δασκάλας του κόσμου έρχεται σε μια εποχή που στη χώρα μας οι δάσκαλοι – σε αυτούς συμπεριλαμβάνω και τους καθηγητές γυμνασίων, λυκείων και πανεπιστημίων – είναι δέσμιοι μιας κυβέρνησης που με την ανάληψη των καθηκόντων της έσπευσε να μας γνωστοποιήσει ότι θεωρεί την αριστεία ρετσινιά. Το domino effect αυτής της νοοτροπίας το βλέπουμε. Στοχοποιήσεις, προπηλακισμοί και τραμπουκισμοί πανεπιστημιακών, ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα υπό κατάρρευση και χάδεμα μιας παθογένειας με το πάγωμα από τον υπουργό Παιδείας της αξιολόγησης δασκάλων και καθηγητών. Μία κοντόφθαλμη νοοτροπία που προσβλέπει στις ψήφους των επόμενων εκλογών και όχι στο μέλλον των επόμενων γενεών.
Εχω μνήμες από τα δεκαετία του 1960, από τότε που στην περιφέρεια ο δάσκαλος – μαζί με τον γιατρό και τον ενωμοτάρχη – ήταν η εξουσία. Εξουσία μετά πενίας, βέβαια, αφού ο μισθός οριακά κάλυπτε την εκτός έδρας διαμονή και οι δάσκαλοι σιτίζονταν από τα φτωχικά πεσκέσια των γονιών. Οχι ως απόπειρα δωροδοκίας αλλά ως αναγνώριση του έργου τους. Οι απλοϊκοί χωρικοί εξ ενστίκτου αντιλαμβάνονταν ότι η Γνώση είναι η πύλη της Ελευθερίας. Δεν νοσταλγώ βέβαια εκείνη την εποχή της ανέχειας που ακολούθησε μία περίοδος απαξίωσης του επαγγέλματος του δασκάλου. Προτιμώ το μοντέλο της Φινλανδίας, μίας χώρας που «εξάγει» εκπαιδευτικά προγράμματα και όπου οι δάσκαλοι είναι από τα πλέον καλοπληρωμένα επαγγέλματα. «Νοσταλγώ» όμως εκείνους τους εκπαιδευτικούς που είμαι σίγουρη ότι υπάρχουν ακόμη και οι οποίοι κάνουν πράξη τα λόγια του Γέιτς. Οτι, δηλαδή, εκπαίδευση δεν είναι το γέμισμα ενός κουβά αλλά το άναμμα μιας φλόγας. Επιτρέψτε μου να αφιερώσω αυτήν την αναφορά στη «δασκάλα» μου, την Κική Παπαπέτρου – Μουρσελά, που μου έμαθε τρία πολύτιμα πράγματα. Να αγαπάω τη γνώση, να την ξεχωρίζω από την πληροφορία και να συνειδητοποιήσω ότι δεν έχει όρια. Μία σπουδαία γυναίκα που η ζωή την ευλόγησε να ζήσει δίπλα στον Κώστα Μουρσελά.