μετρ του ψυχολογικού θρίλερ, αμερικανός συγγραφέας Στίβεν Κινγκ (Stephen Edwin King, 1947) ξεκίνησε να γράφει το 1974 – ώς τότε ήταν καθηγητής Αγγλικών στο λύκειο. Με περισσότερα από 40 μυθιστορήματα στο ενεργητικό του, εκ των οποίων τα περισσότερα είναι μπεστ σέλερ και 200 διηγήματα, θεωρείται σήμερα ένας από τους κορυφαίους στο μυθιστόρημα τρόμου, φαντασίας και θρίλερ. Εχει τιμηθεί με διακρίσεις και βραβεία, τα έργα του έχουν μεταφραστεί και πολλά εξ αυτών έχουν μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη,
Το «Μίζερι» («Misery») κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Αμερική το 1987. Στην Ελλάδα δημοσιεύθηκε το 1994 (εκδόσεις Bell). Η ταινία του Ρομπ Ράινερ, με τον Τζέιμς Κάαν και την Κάθι Μπέιτς, χάρισε στην τελευταία το Οσκαρ Ερμηνείας.
Η υπόθεση εκτυλίσσεται σε μια απομονωμένη περιοχή στο Κολοράντο, υπό έκτακτες καιρικές συνθήκες. Το αυτοκίνητο του συγγραφέα Πολ Σέλντον ανατρέπεται και, «για καλή του τύχη», τον «σώζει» η Ανι Γουιλκς, η πιο φανατική του αναγνώστρια. η Number 1 θαυμάστριά του. Η Γουίλκς, πρώην νοσοκόμα, διαθέτει κυριολεκτικά ένα ολόκληρο οπλοστάσιο από φάρμακα. Οταν καταλάβει ότι ο συγγραφέας, στο τελευταίο του βιβλίο, έχει «σκοτώσει» την αγαπημένη της ηρωίδα, τη «Μίζερι», η Ανι, που έτσι κι αλλιώς ζει με τα δικά της φαντάσματα, μεταμορφώνεται σε τιμωρό του. Καθηλωμένος στο κρεβάτι, ο Πολ Σέλντον, προσπαθεί να βρει τρόπους διαφυγής. Οπως αποδεικνύεται, τίποτα δεν θα είναι εύκολο για κανέναν από τους δύο.
Η σκηνή, του πάντα ατμοσφαιρικού θεάτρου Ιλίσια – Βολανάκη, φιλοξενεί το σπίτι της Ανι Γουιλκς και κυρίως το υπνοδωμάτιο όπου «κρατείται» ο ασθενής, αρχικά, και φυλακισμένος, μετέπειτα, Πολ Σέλντον. Ο παρανοϊκός κόσμος της ηρωίδας βρίσκεται εκεί εγκλωβισμένος και μέσα σε αυτόν ο Τάκης Τζαμαργιάς έστησε την παράσταση, υπογράφοντας και την επεξεργασία του κειμένου – μετάφραση Αντώνη Γαλέου. Συνοδοιπόροι του στην ιδιαίτερη ατμόσφαιρα οι ήχοι και οι φωτισμοί.
Ο σκηνοθέτης τήρησε τους κανόνες του είδους που υπηρετεί, προχωρώντας βήμα βήμα και παραδίδοντας αργά αλλά σταθερά τα στοιχεία εκείνα που συνθέτουν το θρίλερ επί σκηνής: με ουσιαστικές λεπτομέρειες και δίχως βιασύνη, σκιαγραφεί το πορτρέτο των δύο ηρώων του, ενώ παράλληλα οργανώνει την ατμόσφαιρα, που θα φιλοξενήσει την εξέλιξη και κυρίως την κορύφωση του δράματος. Ο τρόμος στην παράσταση κινείται υπόγεια, δημιουργώντας ασφυκτικές συνθήκες και την αντίστοιχη ψυχολογία στον θεατή, που αισθάνεται την πίεση, τον αποκλεισμό, την απειλή. Γι" αυτό και στο δεύτερο μέρος οι εξελίξεις είναι ραγδαίες, οι υποκριτικές απαιτήσεις υψηλές και, αντίστοιχα, οι επιδόσεις.
Η επιλογή της Ρένης Πιττακή ως Ανι Γουιλκς αποδεικνύεται ιδανική: η ηθοποιός, παρά την εμπειρία της ή χάρη σε αυτή, αφήνεται στην πρόκληση μιας ξεχωριστής αναμέτρησης, χωρίς κρατήματα και άμυνες. Στο πρώτο της θρίλερ μεταμορφώνεται (σιγά σιγά) στον παρανοϊκό σωτήρα τού εν αναμονή θύματος, ξεκινώντας από έναν σχεδόν παιδικό ενθουσιασμό. Προσεγγίζει την ηρωίδα της εσωτερικά ενώ παράλληλα διαχειρίζεται τον εαυτό της και το σώμα της δυναμικά και ελεύθερα – κυρίως στις δύσκολες σκηνές βίας. Εξοχη με το «φόρεμα της μητέρας της» σε μια ενδιαφέρουσα σκηνή του έργου.
Ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος ερμηνεύει με πληρότητα τον Πολ Σέλντον, τον γοητευτικό άντρα που σύντομα συνειδητοποιεί ότι ο θαυμασμός δεν αργεί να μετατραπεί σε βασανιστήρια και τιμωρία. Ξαπλωμένος στο μεγαλύτερο μέρος της παράστασης, παρακολουθεί τις μεταπτώσεις της παρτενέρ του και τη συνοδεύει με επιτυχία σ" αυτό τον χορό του θανάτου, βήμα βήμα.
Τέλος, ο Δημήτρης Καραμπέτσης, στον ρόλο του σερίφη, προσθέτει στην παράσταση σταγόνες πραγματικότητας, με αμεσότητα και ειλικρίνεια, ως ο μοναδικός σύνδεσμος με τον έξω κόσμο.