Είδαμε τις εικόνες των εκτός εαυτού οδηγών ταξί να χτυπούν ένα «αυτοκίνητο της Uber», ακούσαμε τον Θύμιο Λυμπερόπουλο να απειλεί με «Κούγκι» την καλοκαιρινή τουριστική περίοδο. Παλιότερα είχαμε διαβάσει τον Θύμιο Λυμπερόπουλο να γράφει πως «δεν ξέρω τι είναι πιο επώδυνο και πιο βλαβερό για τις ανθρώπινες κοινωνίες… Η παρασιτική οικονομία ή η ωραιοποίηση αρρωστημένων ιδεολογημάτων; Η φασιστοποίηση της οικονομίας ή η πλύση εγκεφάλου της ανθρώπινης σκέψης; Οι παγκοσμιοποιημένες αγορές ή τα πολιτικά πιόνια που χρησιμοποιούνται για να τις διαμορφώσουν (εφημ. «Δημοκρατία», 29/11/2017).
Βέβαια ο Θύμιος δεν είναι μόνος. Είναι ένας ακόμα κρίκος μιας μακράς αλυσίδας με τέτοιες (ή παρόμοιες) συμπεριφορές και με την ίδια νοοτροπία. Δεν είναι καν αποκλειστικότητα των μικροαστικών στρωμάτων του ιδιωτικού τομέα ή της ελεύθερης επαγγελματικής δραστηριότητας. Μπορούμε να βρούμε ακόμα περισσότερους στον δημόσιο τομέα, ποιος μπορεί να ξεχάσει τους συνδικαλιστές που απειλούσαν πως «θα κατεβάσουν τους διακόπτες» ή τις αντιδράσεις στο άκουσμα της λέξης «αξιολόγηση»;
Τι όμως δεν μας λένε; Δεν μας λένε πως ακόμα και σήμερα οι κλάδοι τους είναι προνομιακά προστατευμένοι. Δεν μας λένε πως η εργασία, η παραγωγή και τα μέσα που χρησιμοποιούνται για αυτήν αλλάζουν γρήγορα σήμερα και πρόκειται να αλλάξουν ακόμη ταχύτερα αύριο. Δεν μας λένε πως ο αγώνας ενάντια στις «κακές νέες τεχνολογίες» δεν τόσο είναι εναντίον αυτών, αλλά είναι ουσιαστικά ένας αγώνας υπέρ των παλαιών δομών μέσα στις οποίες έμαθαν να κινούνται (παρεμπιπτόντως, αν μας διαβάζετε κ. Λυμπερόπουλε, σας ενημερώνουμε πως ο πραγματικός σας αντίπαλος δεν είναι η Uber, είναι τα αυτοοδηγούμενα οχήματα που έρχονται).
Αυτήν τη λειτουργία είχαν μέσα στο ελληνικό πολιτικό σύστημα, τη διατήρηση του πλαισίου λειτουργίας για τις ομάδες που εκπροσωπούν. Εξαιτίας – και – αυτού η ελληνική κοινωνική δομή, με τα εκτεταμένα μικροαστικά στρώματα, απέκτησε χαρακτηριστικά πολλαπλών μικρών κλειστών συστημάτων τα οποία βάσιζαν την ύπαρξή τους στον προσπορισμό προσόδων και είχαν κάθε συμφέρον να διατηρηθεί το status quo. Οι πολιτικές ελίτ, από την άλλη, βρήκαν σε αυτές τις ομάδες έναν πρόθυμο παρτενέρ για ένα τανγκό μιας ιδιαίτερης αλληλεξάρτησης. Η συνδιαλλαγή ήταν προφανής, οι μεν εξασφάλιζαν επανεκλογή, οι δε προνόμια.
Τι όμως σημαίνει για όλους εμάς αυτό; Σημαίνει μια τριχοτομημένη κοινωνία. Μια κοινωνία που ένα μέρος της έχει ήδη διασφαλίσει το παρόν και το μέλλον της (οι εκροές κεφαλαίων από το τέλος του 2014 και το 2015 μας λένε πολλά για αυτό). Ενα δεύτερο μέρος που οι εκπρόσωποί του μάχονται λυσσωδώς να διατηρήσουν τις προνομίες που έχουν αποκτήσει και οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις σημαίνουν φορολογικές επιβαρύνσεις ή μειωμένη πραγματική αγοραστική δύναμη για τους υπόλοιπους. Τέλος, σε ένα τρίτο μέρος που είτε βυθίζεται από την υπερφορολόγηση και τις εισφορές είτε πνίγεται μέσα στην ανεργία επιβιώνοντας χάρη στο «μοντέλο» ενδοοικογενειακής αλληλεγγύης.
Μοιάζει να ξαναγυρνάμε στα ίδια ερωτήματα. Μόνο που κάθε φορά είμαστε πιο κουρασμένοι, με λιγότερες αντοχές, ψυχικές και οικονομικές. Εδώ ελλοχεύει ο κίνδυνος, είτε να αποδεχθούμε ένα μέλλον που θα είναι ίδιο με το παρόν διαιωνίζοντας τη μιζέρια είτε να περάσουμε σε μια δεύτερη φάση ριζοσπαστικοποίησης με ακόμα πιο ακραία φύση και χαρακτηριστικά.
Η Αθηνά Δρέττα είναι πρώην γ.γ. Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ο Παναγιώτης Μανωλάκος είναι κοινωνιολόγος