«Το ποδόσφαιρο είναι ένα άθλημα που παίζεται από 22 παίκτες, και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι Γερμανοί». Η ιστορική αυτή φράση του άγγλου ποδοσφαιριστή Γκάρι Λίνεκερ μου ήρθε στο μυαλό παρακολουθώντας την κατάληξη της πρόσφατης συζήτησης για τη δημιουργία και στη χώρα μας Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας. Για ποιον λόγο; Διότι είδα πάλι μπροστά μου την ενδημική στην Ελλάδα αντιπαράθεση ανάμεσα στα πρόσωπα και τους θεσμούς. Και διότι η ιστορία δείχνει να μας επιφυλάσσει το ίδιο ανυπόφορο τέλος: οι θεσμοί θα ηττηθούν, τα πρόσωπα θα νικήσουν.

Αναγνωρίζει βεβαίως η κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, την ανάγκη θεσμικής θωράκισης της χώρας τόσο σε επίπεδο στρατηγικού σχεδιασμού όσο και στο επίπεδο της διαχείρισης κρίσεων. Αλλωστε η συζήτηση για την αυτονόητη ανάγκη σύστασης ενός θεσμού όπου θα αποτυπώνεται η στρατηγική εθνικής ασφάλειας (ή η υψηλή στρατηγική) της χώρας προέκυψε, και φούντωσε, εν μέσω «κρίσεων χαμηλής έντασης» με τον προβληματικό γείτονα. Αντιλαμβάνεται επίσης η σημερινή κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, τα θεσμικά ελλείμματα του συστήματος σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων και υποθέτω πως γνωρίζει ότι αποτελεσματικές απαντήσεις στα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα προβλήματα δεν μπορεί να δοθούν χωρίς την ύπαρξη ενός επιτελικού οργάνου – σε πρωθυπουργικό επίπεδο – που θα εξασφαλίζει τη σαφήνεια των ζωτικών εθνικών συμφερόντων και την ιεράρχηση μεταξύ πρωτευόντων και δευτερευόντων στόχων, καθώς και τη σύνδεση και τον συντονισμό των εμπλεκομένων φορέων και υπηρεσιών.

Δυστυχώς καμιά κυβέρνηση δεν τόλμησε μέχρι και σήμερα να προχωρήσει στη θεσμική θωράκιση της χώρας συστήνοντας ένα επιτελικό όργανο ικανό να θέτει και να σχεδιάζει τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας, καθώς και να συντονίζει και να ελέγχει τους φορείς που, σύμφωνα με το Σύνταγμα, εμπλέκονται στη σχεδίαση και ανάπτυξή της. Οπως προκύπτει από τη μελέτη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο, όλες οι σημαντικές στρατηγικές αποφάσεις δεν ήταν αποτέλεσμα θεσμικών διαδικασιών, αλλά προϊόν προσωπικών εκτιμήσεων των διαμορφωτών αποφάσεων. Οι καταγεγραμμένες «ιστορίες επιτυχίας» είναι για αυτό ελάχιστες (Κ. Καραμανλής και ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ, Κ. Σημίτης: «στρατηγική του Ελσίνκι» και ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση).
Αλλά και σήμερα που η σχετική συζήτηση επανέρχεται στο προσκήνιο επιλέγεται δυστυχώς – η παγκοσμίως πρωτότυπη προσέγγιση – να μην εκπονηθεί κεντρικά το σχέδιο που θα αφορά τη δημιουργία ενός Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, αλλά να ανατεθεί αποκλειστικά σε έναν από τους πυλώνες της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας της χώρας. Το λιγότερο που θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει είναι ότι η εξέλιξη αυτή δεν προοιωνίζεται ούτε την ισότιμη συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων φορέων και υπηρεσιών στον στρατηγικό σχεδιασμό και σε ένα ενιαίο σύστημα διαχείρισης κρίσεων, αλλά ούτε και τη διόρθωση των υφιστάμενων και εύκολα αναγνωρίσιμων αρρυθμιών και προβλημάτων συντονισμού μεταξύ των διαφόρων θεσμικών πυλώνων της στρατηγικής εθνικής ασφάλειας της χώρας.

Σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο, ρευστό και ασταθές περιφερειακό περιβάλλον η δημιουργία συγκροτημένης και αποτελεσματικής θεσμικής δομής παραγωγής στρατηγικής εθνικής ασφάλειας αποτελεί για την Ελλάδα μονόδρομο. Για τον λόγο αυτό και επιβάλλεται η ανατροπή της ακόμα υφιστάμενης, και σχεδόν ισοπεδωτικής, κυριαρχίας των προσώπων έναντι των θεσμών και η πορεία της χώρας σε κατεύθυνση ορθολογικής ωρίμασης.   

*Ο Παναγιώτης Τσάκωνας είναι καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Σπουδών Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και συγγραφέας (με τον Θ. Ντόκο) του βιβλίου: «Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας. Οικοδομώντας το Ελληνικό Μοντέλο στον Εικοστό Πρώτο Αιώνα» (Εκδόσεις Παπαζήση, 2005)