Αν και έχω κερδίσει τη ζωή μου γράφοντας, είμαι απολύτως πεπεισμένη ότι η αλήθεια του καθενός δεν είναι ένα κομμάτι χαρτί με καλοζυγισμένες προτάσεις και παραγράφους γραμμένες μια συγκεκριμένη στιγμή και υπό το κράτος συγκεκριμένης διάθεσης ή και σκοπιμότητας. Κι ας απελευθερώνεται, κι ας καθιερώνεται μέσω του γραψίματος ο άνθρωπος. Δημοσιογραφικό, λογοτεχνικό ή επιστημονικό γράψιμο, αδιάφορο. Ακόμα και μια λίστα για ψώνια μπορεί να σε παραχαράξει, να δώσει ψευδείς εντυπώσεις για τις ανάγκες ή τις προτιμήσεις σου, γιατί μη νομίζετε: κι ο αναγνώστης, έχει κι αυτός τις ευθύνες του να καταλάβει μέχρι που καταλαβαίνει και τι είναι αυτό που θα του διαφεύγει στον αιώνα τον άπαντα.  Ευτυχώς τον Βασίλη Μουλόπουλο δεν τον πρωτογνώρισα ως γράφοντα αλλά ως τον άνθρωπο που μου έδωσε πολύ μεγάλο επαγγελματικό τράτο μολονότι γνώριζε ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση  να συμπέσουν ποτέ οι πολιτικές μας απόψεις. Και τι σημασία έχουν οι απόψεις όταν υπάρχουν τα ηθικά και τα αισθητικά ιδίως κριτήρια; Ατιμε εαυτέ! Πού πας και κρύβεσαι να σε ξετρυπώσουν μόνον οι χαρισματικοί και οι εξασκημένοι λύτες;
Αυτός που επιμέρους τον πενθούμε σήμερα, ευτυχώς που μας επέτρεψε να τον γιορτάσουμε ολόκληρο πολλά χρόνια πριν από τώρα. Τότε που έπαιζε την τέχνη τού να φτιάχνεις επιτυχημένες εφημερίδες με μια δεξιοτεχνία σαν του Χιώτη όταν έπιανε το μπουζούκι του ή του Αστορ Πιατσόλα όταν έπιανε το μπαντονεόν του. Αν έχεις τέτοιο χάρισμα τι ανάγκη τις έχεις τις ποταπότητες, τις μικρές αμαρτίες και τις μεγάλες ανεπάρκειες που κάνουν συνήθως έναν δημοσιογράφο δημοσιογράφο;
   
Για τις πολιτικές επιλογές του Βασίλη, είστε φαντάζομαι ενήμεροι. Εγώ μάλιστα που όταν πρόκειται για τα κίνητρα των άλλων είμαι αρκετά απερίσκεπτη, αρχικά είχα θεωρήσει τη συμμετοχή του στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας του μικρού κι ακίνδυνου, τότε, ΣΥΡΙΖΑ σαν ακραίο χιούμορ, σαν παιχνίδι, σαν γιατί όχι; Ηταν άλλωστε τόσο πληκτική η ζωή μιας εφημερίδας εκείνα τα χρόνια, γιατί η επομένη έβαινε ακριβώς όπως η προηγουμένη, με ελαφρές μόνον διαφοροποιήσεις ούτως ώστε να μη χάνει τον ημερολογιακό προσανατολισμό του κι ο αναγνώστης. Αμέσως μετά ήρθαν τα πάνω κάτω. Την εκλογή του Βασίλη όμως την πανηγυρίσαμε σαν ένα αθώο παιχνίδι, σαν μια παραξενιά των εκλογικών ποσοστών, σαν ένα «έλα ρε γαμώτο!», με τηλεφωνικά συχαρίκια μέσα στη νύχτα των εκλογών γεμάτα μπιπ, θαυμαστικά και γέλια κι από τις δυο μεριές της  γραμμής: εμείς από δω κι αυτός από την άλλη άκρη, γεωγραφικά και πολιτικά. Τι ήξερε, τι φοβόταν και τι έλπιζε όταν την επομένη τον πέτυχα στο ασανσέρ της εφημερίδας έτοιμο να δηλώσει παραίτηση στον Ψυχάρη;  Η γνώμη μου ήταν ότι έδειχνε κάπως ανήσυχος και ελεγχόμενα αγχωμένος, αλλά είπαμε: όσον αφορά τα των άλλων είμαι εκ πεποιθήσεως απερίσκεπτη. Προτιμώ την καλή εκδοχή. Τη δική μου. Οτι δηλαδή θα ζούσε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα, πλην όμως το παραμύθι μου, ως προς το δεύτερο σκέλος τουλάχιστον,  διαψεύστηκε παταγωδώς , κι ως προς το πρώτο δεν είμαι εγώ που θα πω την τελευταία λέξη. «Βασίλη», του είχα πει, «αν σπάσει ο διάολος το ποδάρι του και γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ κυβέρνηση, θα γίνω βομβίστρια σαν τον Σημίτη επί χούντας». «Κι εγώ αρχηγός της ΕΥΠ», μου απάντησε, και σκάσαμε κι οι δυο μας στα γέλια. Κάποια στιγμή τα γέλια κόπηκαν κι άρχισαν τα πύρινα δημοσιεύματα από την «Αυγή», η αμηχανία, οι διακριτικές αποστάσεις, για να προστατεύσει ο ένας τον άλλον. Ενας κώδικας τιμής που τηρήθηκε απαρέγκλιτα κι από τις δυο μεριές που όμως, όταν συναντιόμασταν, έσπαγε στον αέρα και γινόταν πυροτέχνημα χαράς και πειραγμάτων. Δεν μπορώ να ισχυριστώ εγγράφως ότι ο Βασίλης κάποια στιγμή αποστασιοποιήθηκε μέσα του από την καταστροφική πολιτική των Συριζανέλ γιατί δεν είναι εδώ για να με διαψεύσει. «Μη φύγεις τώρα», του είχα πει, χωρίς να με ρωτήσει. Διότι είμαι της άποψης ότι τις παρτίδες με τον νεανικό σου εαυτό τις κόβεις εγκαίρως ειδάλλως οι απαιτήσεις του θα βρίσκουν πάντα τρόπο να επανέρχονται, πόσω μάλλον όταν τις αναζωπυρώνει η ξαφνική εύνοια της τύχης. Κάπως έτσι είχα δει και την πρόσφατη απόπειρα να επανέλθει στον Οργανισμό Λαμπράκη, από τη θέση του κομισάριου λένε όλοι, από τη θέση του παλιού παίκτη που έχει αφήσει την παρτίδα με τον Ψυχάρη στη μέση, σκέφτηκα εγώ. Ηταν όμως και οι δυο τους εντελώς ντεφορμέ για ένα τέτοιο εκτός τόπου και χρόνου  μπρα ντε φερ. Ο ένας αποδυναμωμένος κι ασθενής κι ο άλλος επίσης ασθενής κι αποδυναμωμένος από την υποστήριξη που θα του παρείχε το κόμμα του, αν είχε προλάβει να γίνει κράτος.
Εχω μια ταινία μικρού μήκους με πρωταγωνιστή τον Βασίλη. Την τράβηξα με τα μάτια μου κοιτάζοντας από το τζάμι του τρίτου στη Χρήστου Λαδά. Είχε αγοράσει ένα πανέμορφο απαστράπτον καινούργιο αυτοκίνητο και μας το έδειχνε με χαρά μικρού παιδιού όταν το πάρκαρε κάτω από το γραφείο. Σηκώθηκε όμως αέρας, ήρθε βροχή, έπιασε αστραπόβροντο, πέρασαν τα παιδιά με τις κουκούλες και τις μολότοφ και μαζί με την πρόσοψη του καθεστωτικού δημοσιογραφικού οργανισμού έκαναν λαμπόγυαλο και τα ωραία αυτοκίνητα των καθεστωτικών στελεχών του. Καθώς αποχωρούσε η πλατφόρμα που είχε έρθει να το πάει για συνεργείο, ο Βασίλης με το μοντγκόμερυ, το κεφάλι κατεβασμένο και τα χεράκια του σταυρωμένα μπροστά, ακολούθησε για λίγο την νεκρώσιμη πομπή κι ύστερα γύρισε στο γραφείο και συνέταξε μια επιστολή συγγνώμης προς τα «παιδιά», που πάρκαρε το λάθος αυτοκίνητο, στο λάθος σημείο, τη λάθος μέρα.