Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι αποπέμφθηκε το 2011 ως επικίνδυνος λαϊκιστής, για να αναλάβει ο τεχνοκράτης Μάριο Μόντι. Τον περασμένο Ιανουάριο ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ τον καλωσόριζε ως τον άνθρωπο που θα σώσει την Ιταλία από τον λαϊκισμό του Μπέπε Γκρίλο. Ο Μπερλουσκόνι, όμως, συμμαχεί με τους λαϊκιστές της Λέγκας του Σαλβίνι (στην πραγματικότητα ένα αποσχιστικό ακροδεξιό κόμμα του πλούσιου Βορρά) και τους λαϊκιστές Αδελφούς Ιταλούς (στην πραγματικότητα νεοφασίστες). Αν ακολουθούσαμε τη μόδα να αποδίδονται τα πολιτικά σοκ των τελευταίων ετών στην επέλαση του λαϊκισμού, θα λέγαμε, κάπως αμήχανα, ότι στις ιταλικές εκλογές συγκρούστηκαν οι λαϊκιστές με τους λαϊκιστές και κέρδισαν οι λαϊκιστές. Μήπως όμως φτωχαίνει έτσι η κατανόηση των πραγμάτων, διαβάζοντας τα πάντα με το πασπαρτού «λαϊκισμός/αντιλαϊκισμός»;
Το καλειδοσκόπιο του λαϊκισμού έχει χρησιμοποιηθεί εξίσου για τον Τραμπ και τον Σάντερς, τον Κόρμπιν και τη Λεπέν, τον Ομπάμα ή τη Θάτσερ κ.ο.κ. Προσφέρει μια καθησυχαστική γωνία θέασης: στην εποχή σύγχυσης που διανύουμε μεγάλες μάζες ανθρώπων παρασύρονται από φλογερούς δημαγωγούς που εργαλειοποιούν τους φόβους μπροστά στο άγνωστο. Ομως ο λαϊκισμός είναι ένα πολιτικό ύφος που επενδύει ιδεολογίες και πολιτικά προγράμματα. Ας μην παίρνουμε το επιφαινόμενο για ουσία, το σύμπτωμα για αίτιο.
«Κι αν είναι τρέλα, έχει τη μέθοδό της». Στην Ιταλία παίχθηκε το τελευταίο επεισόδιο μιας τάσης που ξαναείδαμε στις ΗΠΑ, στο Brexit, στην άνοδο του λεπενισμού ή της ακροδεξιάς στην ευημερούσα Γερμανία. Ευδοκιμεί στους outsiders, στους νέους που δοκιμάζουν τις συνέπειες της απορρύθμισης της εργασίας και της αποψίλωσης του κράτους πρόνοιας, στις περιοχές με υψηλότερη ανεργία, στα στρώματα χαμηλότερης μόρφωσης. Δεν συσχετίζεται με την πραγματική παρουσία μεταναστών, μάλλον με τον φόβο καθοδικής κοινωνικής κινητικότητας. Και έχει τη σφραγίδα του ευρωσκεπτικισμού – στην Ιταλία που σηκώνει ασύμμετρο βάρος υποδοχής των προσφυγικών ροών που οι περισσότερες χώρες της ΕΕ αρνήθηκαν να μοιραστούν.
Είναι η αντίδραση εκείνων που κυρίως υφίστανται τη διάψευση των υποσχέσεων ενός κόσμου ανοιχτών αγορών και βρίσκονται σε όλο και μεγαλύτερη πολιτική και αξιακή, βιοτική τελικά, απόσταση από εκείνους που κινούνται με άνεση στον παγκοσμιοποιημένο υπερμοντέρνο κόσμο και είναι συχνά φορείς προοδευτικών φιλελεύθερων αξιών.
Αξιών μετα-υλιστικών, που αναδύθηκαν σε μια εποχή όπου οι δυτικές κοινωνίες είχαν επιτύχει έναν μοναδικό συνδυασμό ευημερίας και σχετικά δίκαιης κατανομής του πλούτου – το καύχημα της σοσιαλδημοκρατίας. Σήμερα, σαν αρνητικό φωτογραφίας, η ατομική και συλλογική ανασφάλεια βρίσκεται στη ρίζα μιας νεοσυντηρητικής παλινόρθωσης.
Η σοσιαλδημοκρατία, μετά τη σοσιαλ-φιλελεύθερη προσαρμογή της στον ύστερο καπιταλισμό, έχει χάσει επαφή με τους outsiders. Οσο όμως αδυνατεί να μεταφράσει το νέο κοινωνικό – ταυτοτικό ζήτημα σε έναν προοδευτικό μετα-εθνικό ορίζοντα εξισωτικής ασφάλειας τόσο αυτό θα διαμεσολαβείται από τις καλπάζουσες δυνάμεις όχι του λαϊκισμού γενικώς αλλά μιας επιθετικής εκδοχής νεοσυντηρητισμού. Το βλέπουμε με τον Τραμπ: οικονομικός προστατευτισμός, εθνική ταυτότητα θεμελιωμένη στον αποκλεισμό και τον ρατσισμό, αποκατάσταση των παραδοσιακών ιεραρχιών (big money και εργάτες στη «φυσική» τους θέση). Οτι η Αριστερά διεθνώς βρίσκεται σε κάμψη και επελαύνει μια διεθνής τής ακραία συντηρητικής Δεξιάς καθόλου δεν σημαίνει ότι αυτές οι παλιές έννοιες είναι ξεπερασμένες. Πιθανόν να συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι πολιτικός επιστήμονας (gbalabanidis@hotmail.com). Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός».
Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά.