Ο Τίμοθι Γκάρτον Ας το έχει γράψει επανειλημμένα, το είπε και στην πρόσφατη ομιλία του στους Δελφούς: για να αντιμετωπιστεί η προέλαση του λαϊκισμού πρέπει να υπάρξει μια ανακατανομή όχι μόνο του πλούτου, αλλά και του σεβασμού. Οι κοινωνίες μας, λέει ο μεγάλος βρετανός ιστορικός, έχουν αποτύχει να εκπληρώσουν μία από τις βασικές υποσχέσεις του φιλελευθερισμού, δηλαδή ίδιο σεβασμό και προσοχή για κάθε μέλος της κοινωνίας. Θυμάστε το τέλος της ταινίας του Αλεξάντερ Πέιν «Νεμπράσκα», όπου ο παππούς οδηγεί αργά αργά στο κέντρο της πόλης το φορτηγάκι που του χάρισε ο γιος του, αποσπώντας για μία φορά τον θαυμασμό των παιδικών του φίλων; Προσοχή. Σεβασμός.
Κάτι ανάλογο έλεγε πρόσφατα και ο Τζιοβάνι ντι Λορέντσο, διευθυντής της εβδομαδιαίας γερμανικής εφημερίδας Ντι Τσάιτ. Καλά έκαναν οι γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες και συμμάχησαν με τη Μέρκελ. Σωστή είναι και η στάση τους για τους πρόσφυγες. Αλλά τώρα πρέπει να αρχίσουν να σκέφτονται τι θα κάνουν για τους φτωχούς Γερμανούς. Μόνο αν δώσουν έμφαση στην κοινωνική δικαιοσύνη θα αποκαταστήσουν την επαφή τους με τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους τους.
Οταν οι πρωταγωνιστές του νέου εγχειρήματος της Κεντροαριστεράς φιλονικούσαν για τον τρόπο εκλογής του αρχηγού, κάναμε υπομονή. Οταν αντιδικούσαν για το αν οι σύνεδροι και η Κεντρική Επιτροπή θα αναδειχθούν με εκλογή ή με διορισμό, λέγαμε θα περάσει. Εμεινε ένα διήμερο συνέδριο που δεν πολυκαταλάβαμε σε τι χρησιμεύει. Από Δευτέρα όμως δεν υπάρχουν άλλες δικαιολογίες. Το Κίνημα Αλλαγής πρέπει να αποδείξει ότι έχει λόγο ύπαρξης.
Και ο λόγος αυτός δεν είναι η επιλογή του εταίρου με τον οποίο θα συγκυβερνήσει, ο εταίρος αυτός είναι η Νέα Δημοκρατία, όλοι το ξέρουμε, εκείνοι δεν μπορούν για ευνόητους λόγους να το πουν, τέλος. Ούτε το Κίνημα μπορεί να καταπνίξει τις διαφορετικές απόψεις στους κόλπους του, ο δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ανήκει σε άλλες εποχές και άλλα καθεστώτα. Αντί να φθείρεται λοιπόν σε τέτοιες συζητήσεις, ας σκύψει επιτέλους στις πραγματικές ανησυχίες και στα πραγματικά προβλήματα των «left behind», που λένε οι Αγγλοσάξονες. Των ανθρώπων δηλαδή που υπέστησαν τρία διαδοχικά πλήγματα: από την παγκοσμιοποίηση, από την τεχνολογική επανάσταση και από την κρίση. Των ανέργων, που ξεπέρασαν και πάλι το ένα εκατομμύριο το τέταρτο τρίμηνο του 2017. Των νέων χωρίς καμιά προοπτική.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι φυσικά ελληνική, αλλά πανευρωπαϊκή, η Φώφη Γεννηματά το ξέρει, όπως το ξέρουν και τα στελέχη με μεγάλη ευρωπαϊκή εμπειρία που έχει δίπλα της. Η ιδιαιτερότητα της Ελλάδας είναι ότι τα θύματα της κρίσης έχουν προδοθεί από το ένα άκρο λόγω τυχοδιωκτισμού και έχουν ξεχαστεί από το άλλο άκρο λόγω ιδεολογίας. Μόνο το προοδευτικό Κέντρο – ή η φιλελεύθερη Αριστερά, αν προτιμάτε – μπορεί να τους προσφέρει προσοχή και σεβασμό. Αρκεί να βγει από τη γυάλινη σφαίρα της.