Ετσι είναι τα σωστά παιδιά. Δεν αφήνουν ανυπεράσπιστο τον πατέρα τους στην κριτική.  Απαντούν εκείνα για λογαριασμό του. Ακόμη και με ρωσικές αρκούδες που φαίνονται τα αχαμνά τους για να μην έχει κανένας αμφιβολία πώς αισθάνονται τα ίδια και – κυρίως – πού μας γράφουν όλους εμάς τους υπόλοιπους. Μα ο μπαμπάς δεν το έβγαλε το όπλο, στην τσέπη του το είχε απλώς. Τον άκουσε κανείς να βρίζει; Δεν τον άκουσε. Πιστεύετε τα ψέματα των μέσων ενημέρωσης; Ας πάρουν το Κύπελλο και να το βάλουν στον κ… τους.
Το αίμα της οικογένειας βράζει. Αλλά αξίζει να συγκρίνει κανείς τον πατέρα με τον γιο. Την έκρηξη του ενός στο γήπεδο με τη μόνιμη εχθροπάθεια του άλλου είτε βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη είτε φεύγει για το Ροστόφ. Την έστω και κουτσή συγγνώμη  της μιας γενιάς με τα μπινελίκια της επόμενης. Τον ολιγάρχη που κάνει ότι αναγνωρίζει το λάθος του με τον επίγονο που θέλει να βγει και από πάνω. Τη δικαιολογία πως έκανε ό,τι  μπορούσε για να προστατεύσει τους φιλάθλους της ομάδας με το κλείσιμο του ματιού στα «παόκια». Ο πατέρας έφτιαξε το στράτευμα. Και ο γιος είναι έτοιμος να το βάλει να πολεμήσει. Θυμάστε ε; Ο μπαμπάς έχει ρίξει φράγκα στην ομάδα.
Στον κινηματογραφικό «Κυνόδοντα», την πιο άρρωστη εκδοχή της πυρηνικής οικογένειας, τα παιδιά υποτάσσονται στη μοίρα τους, κάποιο από αυτά επαναστατεί. Στην ακόμη πιο άρρωστη εκδοχή, αυτή της  πραγματικής ζωής, το παιδί θέλει να ξεπεράσει τον πατέρα. Δεν τον «σκοτώνει». Τον ανυψώνει σε τοτέμ, σε μια θεότητα που δεν επιτρέπεται να ακουμπά κανείς. Το έκανε, και με το δικό του αίμα να βράζει, ο υιός Κουφοντίνας και η κόρη Κουβέλη που μας σύστησε να πιούμε ξίδι. Τώρα ήταν απλώς η σειρά του υιού Σαββίδη.