Τον Σεπτέμβριο 2017, η κυβέρνηση ξεκίνησε μια μεγάλη αντεπίθεση να ξαναμπεί στο παιχνίδι. Σε όλα τα μέτωπα, με όλα τα μέσα και τις μεθόδους.
Κάτι σαν έφοδος απελπισίας.
Εξι μήνες αργότερα η αντεπίθεση έχει αποτύχει. Η ΝΔ εξακολουθεί να κινείται στα όρια της αυτοδυναμίας με δημοσκοπικό προβάδισμα 10-12 μονάδων και ο Μητσοτάκης υπερέχει καθαρά του Τσίπρα.
Ολες οι μετρήσεις των τελευταίων εβδομάδων, όπως κι αν μετρά η κάθε εταιρεία, δείχνουν πως το όποιο (έστω ανεπαίσθητο) «κλείσιμο ψαλίδας» εξανεμίστηκε.
Και μάλιστα χωρίς να έχει μετρηθεί ακόμη ο πλήρης αντίκτυπος της υπόθεσης Σαββίδη.
Τα χαρτιά της κυβέρνησης κάηκαν. Πάει το «κοινωνικό μέρισμα». Πάει το Σκοπιανό. Πάει η έξοδος από το Μνημόνιο. Πάει ο ανασχηματισμός. Πάει και η Novartis – μόνο το Μέγαρο Μαξίμου και κάτι κυβερνητικές εφημερίδες τη συντηρούν αναιμικά…
Οι φανφάρες (κι οι παπάρες…) οικονομικής αισιοδοξίας και «καθαρής εξόδου» διαψεύστηκαν πριν λαλήσει ο πετεινός.
Κι επειδή ο νόμος του Μέρφι είναι νόμος, μετά την αποτυχημένη επίσκεψη Ερντογάν προέκυψαν τα (νέα) Ιμια και οι όμηροι στρατιωτικοί στην Τουρκία.
Αντιθέτως η αντιπολίτευση βρέθηκε με χαρτιά που δεν είχε. Από το ενοίκιο της Ράνιας, τον Καμμένο με τη Σαουδική Αραβία έως τον Κουρουμπλή και φυσικά τον Σαββίδη που ακουμπά τον πυρήνα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.
Πρόσθετο στοιχείο. Το λαδάκι της συγκυβέρνησης φαίνεται να έχει σωθεί – σκυλοβρίζονται πλέον στους φωταγωγούς…
Την ίδια στιγμή που δεν κυκλοφορεί εναλλακτικό μαξιλαράκι. Ο Θεοδωράκης μπορεί να επιδεικνύει ενίοτε επιπολαιότητα αλλά δεν είναι αυτόχειρας να επιβιβαστεί στον «Τιτανικό».
Κανονικά όλα αυτά έχουν έναν τίτλο: εκλογές. Η χώρα έχει περιέλθει ουσιαστικά σε κατάσταση αδυναμίας διακυβέρνησης – από τους πλειστηριασμούς έως το ποδόσφαιρο…
Η κυβερνητική πλειοψηφία συντηρείται τεχνητά με σωληνάκια μήπως κλείσουν ακόμη μερικές δουλειές ή από τον φόβο κάποιων για τον έλεγχο που θα ακολουθήσει.
Κι απλώς αυτοτροφοδοτείται με μια αναμασημένη σκανδαλολογία, η οποία όπως προκύπτει δεν συγκινεί πια ούτε το ακροατήριό της.
Πολιτικά η υπόθεση φαίνεται να έχει κριθεί. Η συνταγματική συνέχεια όμως είναι στο χέρι του Πρωθυπουργού.
Είτε θα αποδεχτεί την αντικειμενική πραγματικότητα, την αδυναμία και τα αδιέξοδα της κυβέρνησής του, και θα οδηγήσει τη χώρα στη δημοκρατική διέξοδο των εκλογών.
Είτε θα παραμείνει γαντζωμένος σε μια όλο και πιο ευάλωτη, όλο και πιο συρρικνωμένη εξουσία, επιστρατεύοντας άτεχνες μεθόδους και άγαρμπες μεθοδεύσεις απέναντι σε ένα προδιαγεγραμμένο αποτέλεσμα. Κάτι σαν ένα «νέο 2015» σε εκδοχή φάρσας.
Στο χέρι του λοιπόν η συνέχεια.
Κι ως εκ τούτου στο χέρι του είναι και οι επιπτώσεις της μιας ή της άλλης επιλογής.