Στο ίδιο έργο θεατές. Την άνοιξη του 1988 όλοι συνωστίζονταν για μια συνάντηση με τον Γιώργο Κοσκωτά – κάποιοι με την κρυφή ελπίδα ότι διέθεταν κάτι που προσφερόταν για αγορά. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, με τον Κοσκωτά στο Σάλεμ, δεν τον γνώριζε κανείς. Οταν ο μύθος κατεδαφίζεται, το διακομματικό παιχνίδι δεν προσφέρει πλέον τίποτα, αφού οι φίλοι και οι σύμμαχοι τρέχουν να απομακρυνθούν από το τοξικό περιβάλλον. Το αντιλαμβάνεται αυτές τις ημέρες και ο Κωνσταντίνος Φρουζής. Στον ΣΥΡΙΖΑ κανείς δεν τον ήξερε, κανείς δεν τον έβλεπε, έστω κι αν στη φάση της σκληρής αντιπολίτευσης η Κουμουνδούρου είχε κοινούς προβληματισμούς με την Ενωση των φαρμακευτικών εταιρειών και τον πρόεδρό της, που ήταν το πραγματικό αφεντικό της πολύφερνης Novartis.
Μάλλον εκνευρισμένος ότι στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε μόνον φίλους ανακαλύπτει τις τελευταίες ημέρες και ο Ιβάν Σαββίδης. Η τοξικότητα ενός Smith & Wesson των 38 χιλιοστών που έκοβε βόλτα στον αγωνιστικό χώρο αφυπνίζει ξαφνικά τις αριστερές συνειδήσεις και δρομολογεί ρήγματα, διαλύοντας και τα ηθικά πλεονεκτήματα. Ο Τσακαλώτος δύσκολα πλέον θα ξαναβάλει το οπαδικό κασκόλ και θα ξαναβρεθεί στις σουίτες της Τούμπας. Στο Μαξίμου, φαρμακωμένοι, πρέπει να βρουν αντίδοτο. Η αντεπίθεση μέσα από ένα μπαράζ σκανδαλολογίας, ωστόσο, δεν είναι καθόλου βέβαιο πλέον ότι μπορεί να φέρει κάποια αποτελέσματα. Οχι μόνον γιατί δείχνει ξαναζεσταμένη σούπα, αλλά κυρίως επειδή η σημερινή κυβέρνηση μπαίνει σιγά σιγά στο κάδρο των απολογούμενων. Την ώρα, μάλιστα, που η επικοινωνιακή διαχείριση των σκανδάλων, πραγματικών ή μη, συνοδεύεται και από ένα κυβερνητικό αλαλούμ στη Βουλή και στα τηλεπαράθυρα. Η ανησυχία ότι αντί να επιπλεύσουν μπορεί να πνιγούν μέσα σε αυτή τη θάλασσα, καταγράφεται ήδη στα συριζαίικα στέκια.
Οσες υποθέσεις κι αν ανοίξουν προσεχώς, από τα τραπεζικά δάνεια και τη χρηματοδότηση των κομμάτων έως το ΚΕΕΛΠΝΟ, η Novartis θα αποτελεί σταθερά την κορωνίδα. Αν δεν μπορεί να προχωρήσει η υπόθεση στην οποία γαντζώθηκε η κυβερνητική πλειοψηφία, παραπέμποντας δύο πρώην πρωθυπουργούς κι άλλους οκτώ πολιτικούς αντιπάλους πρώτης γραμμής, στο Μαξίμου αντιλαμβάνονται ότι δύσκολα θα βρουν σταθερό σημείο να ορθοποδήσουν.      
Την προοπτική αυτή είναι προφανές ότι έχει αντιληφθεί και ο Βαγγέλης Βενιζέλος – ο μόνος ίσως που θα έχει την τύχη να παρέμβει σε μια θνησιγενή Προανακριτική Επιτροπή, η οποία ετοιμάζεται να κατεβάσει ρολά ως αναρμόδια. Η επιστροφή της δικογραφίας στην τακτική Δικαιοσύνη αποτελεί μια προσπάθεια απεμπλοκής με την υπόθεση ανοικτή. Ο Βενιζέλος δεν εμφανίστηκε στην Επιτροπή με τον Μανωλεδάκη, τον Μυλωνόπουλο, ακόμη και με αναφορές του μακαρίτη Βασίλη Μουλόπουλου υπό μάλης, για να δώσει μια νομική μάχη με την κυβερνητική πλειοψηφία. Πήγε για να την εκθέσει.
Ο Κώστας Δουζίνας ήταν ο πρώτος που μπερδεύτηκε, για να ακολουθήσει η Σία Αναγνωστοπούλου, αναζητώντας νομικό καταφύγιο στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα». Τη στιγμή που οι κριτές στην κλειστή συνεδρίαση περίμεναν την έκρηξη, ο Βενιζέλος αντέδρασε με στωικότητα και λυρισμό, διαβλέποντας ότι στην ίδια αίθουσα κρίνονται ενδεχομένως και κάποια Ειδικά Δικαστήρια του μέλλοντος: «Ερευνήστε τα, μαζέψτε όλο το υλικό, καλέστε τους μάρτυρες, αποκαλύψτε τα ονόματα, προχωρήστε σε βάθος και για τα παραγεγραμμένα και για την απιστία. Αφήστε να λειτουργήσει η Επιτροπή ως ένα forum αλήθειας. Και μετά να δείτε το θέμα της αρμοδιότητας. Αλλιώς, πέφτει στο κενό όλη η συζήτηση επί της ουσίας. Μαζεύουμε χαρτιά, δημιουργούμε εντυπώσεις και μετά τίποτα. Λάσπη στον ανεμιστήρα και τίποτα», αρκέσθηκε να πει. Το διφυές – κοινοβουλευτικό και εισαγγελικό – όργανο, όπως το χαρακτήρισε, τελεί υπό σύγχυση που αντανακλάται και στους ενοίκους του Μαξίμου.