Σαράντα εννέα χρόνια στο τραγούδι, ο Μανώλης Μητσιάς, ο ερμηνευτής των ποιητών και των συνθετών, μοιάζει να μην έχει χάσει τίποτε από το ήθος και τον τρόπο με τον οποίο γαλουχήθηκε δίπλα σε μεγάλους Ελληνες και από μια Ελλάδα πνευματικής παραγωγής και διάδοσης ιδεών. Παιδί της παρέας του Φλόκα, μαθητής του Νίκου Γκάτσου, ζυμωμένος στην εποχή της μεγάλης δισκογραφίας, ο Μητσιάς, δεν αναπολεί, δίνει το «παρών», συγκρίνει τις εποχές και συλλαμβάνει τις μεταβολές του καιρού και της χώρας. Ο μεγάλος ερμηνευτής μιλάει για όλα, όσα τον απασχολούν, με τις ευαίσθητες κεραίες του – αυτές τις μέρες συνεχίζει την παράσταση του Νίκου Γκάτσου με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός. Το τραγούδι και ο φορέας του εξάλλου για τη γενιά του Μητσιά ήταν αξεχώριστα από τα ζητήματα της κοινωνίας, τις αγωνίες της. Μας μιλάει για τον ΠΑΟΚ, τον Γκάτσο, την Μπέλλου, τον Σαμαρά, το Μακεδονικό, τη χούντα, τον Κηλαηδόνη, τον Φλόκα, την Αριστερά, τον Πατσιφά και πολλά άλλα.

Είστε ΠΑΟΚ, έτσι; Ας ξεκινήσουμε από τα έκτροπα του Σαββίδη στο πρόσφατο ντέρμπι..
ΠΑΟΚ είμαι, βέβαια! Ε, δεν συμφωνώ με το πιστόλι, αλίμονο. Ηταν το αποκορύφωμα μιας πικρίας και αγανάκτησης των βορείων φιλάθλων όμως. Μια φορά ο Χάρρυ Κλυνν – τότε πρόεδρος της Καλαμαριάς – έφερνε ισοπαλία η ομάδα του κι ο αντίπαλος πρόεδρος κρατούσε ένα πιστόλι επιδεικτικά στην τσέπη. «Νόμιζα πως είχες τσατσάρα και φούσκωνε», του είπε. Να δούμε με άλλη ματιά τις ομάδες της Βορείου Ελλάδας πάντως, τις είχαμε σάκο του μποξ όλα τα χρόνια από τον ΠΟΚ.

Γήπεδο πάτε;
Δεν πάω γήπεδο τώρα. Εγώ έβλεπα την μπάλα και από καλλιτεχνική ματιά, ήθελα οι παίχτες να έχουν, να εκπορεύουν κάτι από το μπαλέτο. Εβλεπα τον Κούδα και τρελαινόμουν, ό,τι κάνει ο Μέσι σήμερα. Πήγαινα να δω τον Χατζηπαναγή, κι ας μην ήμουν Ηρακλής.
Κουβαλάτε ένα ήθος. Αλήθεια, τι έχει μεταβληθεί και στην μπάλα και στην κοινωνία στο κομμάτι των ηθών; 
Φέτος παρεμπιπτόντως κλείνω 49 χρόνια στο τραγούδι, από την ηχογράφηση της «Ελευσίνας», το 1969.  Αλλαξαν οι άνθρωποι. Ο στίχος του Γκάτσου τα λέει όλα: «Αλλάζουν οι καιροί, περνάν τα χρόνια/ του κόσμου το ποτάμι είναι θολό». Αλλάζουν ήθη και έθιμα. Αλλαξε η κουλτούρα. Συμβάλλουν σε αυτό οι κυβερνήσεις. Οταν βλέπεις υπουργό που λέει πως δεν μας χρειάζεται η αριστεία, αυτό είναι φριχτό. Τι παράδειγμα θα έχει ένα νέο παιδί; Μεγάλο λάθος ήταν η παγκοσμιοποίηση. Η βίαιη μίνι παγκοσμιοποίηση της ΕΣΣΔ δεν έγινε ποτέ, της Γιουγκοσλαβίας το ίδιο, η Ευρωπαϊκή Ενωση είναι μια οικονομική ένωση. Δεν υπάρχει μέγαρο πολιτισμού στην Ευρώπη.

Πιστεύετε στην Ευρώπη;
Σε εκείνη την Ευρώπη πίστευα πολύ. Μπήκαν όμως στην μέση οι τράπεζες και οι πολυεθνικές και τα χάλασαν όλα. Πιστεύω θα διαλυθεί, θα υπάρχει μια χαλαρή ένωση, δεν υπάρχουν κοινά σύνορα, θα μας υποστηρίξει αλήθεια αν γίνει κάτι; Ποτέ δεν μας στήριξε κανείς σε δύσκολες στιγμές, είμαι ανήσυχος και με την Τουρκία. Το λάθος είναι ανθρώπινο. «Και με γείτονα χυδαίο θα το χάσεις το Αιγαίο», έλεγε ο Γκάτσος.
Πού είναι η Ελλάδα σήμερα; Ζήσατε σημαντικούς Ελληνες.
Δεν υπάρχουν οι άνθρωποι αυτοί. Ηταν μαγικό μέρος ο Φλόκας στην Πανεπιστημίου. Πήγαινες μεσημέρι κι έβλεπες όλη την κουλτούρα της Ελλάδας. Ακουγα πέντε πράγματα και έφευγα ευχαριστημένος. Τώρα συζητάνε για το ποδόσφαιρο, δεν έχω πού να πάω! Αυτή η άμεση επικοινωνία, πού πάμε;
Πώς φτάνει ένα λαϊκό παιδί από τη Χαλκιδική να βρίσκεται στου Φλόκα;
Ο Γκάτσος ήταν η αιτία. Του χρωστώ τα πάντα, την καριέρα μου, το ρεπερτόριό μου, τη συμπεριφορά μου, αυτά που άκουγα. Προβληματιζόμουν. Με έκανε να είμαι εγκρατής. Οταν μιλώ σήμερα, σκέφτομαι τι θα έλεγε ο Γκάτσος.
Πώς τον γνωρίσατε;
Τον γνώρισα το 1969 στην Κολούμπια, σε ακρόαση. Είχα πάει να με ακούσει ο Δήμος Μούτσης, έγραφε μουσική για την ταινία «Ενας μάγκας στα σαλόνια». Εκεί ήταν ο Γκάτσος, για να ακούσει τη μουσική και να βάλει στίχους. Σοβαρός και λιγομίλητος, έτσι τον θυμάμαι. Πάνω στα τρία λόγια που του είπε ο σκηνοθέτης Καραγιάννης, έγραψε στίχους. Με ρώτησε διάφορα, με συμπάθησε μάλλον, πάμε Φλόκα μου λέει ο Δήμος. Εγώ δεν είχα το θράσος να πάω μόνος, πήγα με τον Μούτση, κάθε μέρα το μεσημέρι ήταν εκεί η παρέα του Χατζιδάκι. Πέρναγε κόσμος, τους έβλεπε, είχαν έναν τρόπο να σε προσκαλέσουν στο τραπέζι. Πολλοί επώνυμοι περνούσαν από κει.
Μεταγενέστερα πολλοί διεκδίκησαν πως ήταν εκεί.
Θέλανε να είναι εκεί….
Ζήσατε από μέσα μια παρέα διανοούμενων.
Δούλεψα και στον εκδοτικό οίκο του Ικαρου. Οταν με κάλεσε ο Πατσιφάς στην Αθήνα, δεν είχα τα προς το ζην, το 1967, και εργάστηκα εκεί. Πέρναγαν όλοι από κει, ήταν ένα φιλολογικό στέκι.

Λείπει ένας Πατσιφάς;
Πολύ. Αν πεις σε νέο εταιρειάρχη ποιος ήταν ο Γκάτσος, δεν ξέρει. Ο Πατσιφάς, ο Ελύτης ή ο Γκάτσος ήταν φίλοι, και ο Λαμπρόπουλος της Κολούμπια το 1958 έκανε τον «Επιτάφιο», δηλαδή όλο το νέο ελληνικό τραγούδι.

Γνωρίσατε στου Φλόκα και τον Χατζιδάκι;
Οχι. Τον γνώρισα από τον Γκάτσο. Θυμάμαι ο Μάνος ήταν στην Αμερική και εγώ έχω τραγουδήσει τον δίσκο «Της γης το χρυσάφι» (1971). Μου έφτασε μέσω Γκάτσου και Λαμπρόπουλου. Οταν γύρισε στην Ελλάδα, ο Γκάτσος μου λέει πάμε να τον γνωρίσεις. Πήγαμε στη Σχολή Ευελπίδων, όλη η Ελλάδα ήθελε να δει τότε τον Μάνο αλλά αυτός απέφευγε. Ηταν σε ένα λαϊκό καφενείο. Πήγαμε και τον γνώρισα. Αυτοί οι άνθρωποι είχαν την ικανότητα να διακρίνουν τον χαρακτήρα του καθενός. Ηθελαν τα τραγούδια τους να συμβαδίζουν με τον χαρακτήρα του τραγουδιστή. Συνδέθηκα με αυτούς τους ανθρώπους.

Τον Μίκη;
Τον Μίκη τον γνώρισα στο Βραχάτι. Είχα σαν όνειρο, να έχω το ΟΚ από 2 ή 3 μεγάλους συνθέτες, ήθελα να κάνω καριέρα αλλά με γνώμη από αυτούς. Τότε ήταν χούντα, ο Μίκης ήταν αποκλεισμένος στο Βραχάτι. Εγώ, άρτι αποφυλακισμένος και υποχρεωμένος να πηγαίνω στο αστυνομικό τμήμα. Την κοπάνησα και πήγα να με ακούσει ο Μίκης. Ο Τάσος Σχορέλης, ο μάνατζερ, ένα μεσημέρι πήρε εμένα, τη Ρένα Κουμιώτη και την Ελένη Ροδά και πήγαμε στο Βραχάτι.

Εικόνα;
Είχε χωροφύλακες παντού, ακόμη και μέσα στα καλάμια, γύρω από το σπίτι του Μίκη. Μπήκαμε, κουβεντιάσαμε, έκατσε στο πιάνο, θυμάμαι ότι, αφού τραγούδησα, μου είπε να πεις αυτά, «Τα τραγούδια του Αντρέα». Και συμπλήρωσε: «Να πας εξωτερικό, να βρεις Καλογιάννη και Φαραντούρη». «Δεν μπορώ» του λέω, μόλις είχα βγει με αναστολή. Δεν τα είπα τελικά αυτά.

Πώς σας πιάσανε επί χούντας;
Η δισκογραφία τότε είχε μια σειρά, εγώ τότε ήθελα να μπω στην Κολούμπια. Πάω τότε στη Θεσσαλονίκη. Οι φίλοι μου, τον Σεπτέμβρη του 1967, κάνανε μια οργάνωση. Θέλαμε να κάνουμε κινήσεις αντίστασης κατά του καθεστώτος. Περνάγανε τα παιδιά από το σπίτι μου, οδός Πελοποννήσου 5, στο Διοικητήριο Θεσσαλονίκης. Τελευταία μέρα που θα έφευγε ένας σύντροφος, ο Νάνος Χατζηγιάννης, είχε έλθει ο πατέρας μου να με δει από το χωριό, μπούκαρε η Ασφάλεια, με συνέλαβαν και με πήγανε στην Ασφάλεια Βαρδάρη. Είχαμε δώσει λόγο τιμής μεταξύ μας πως δεν θα λέγαμε πως γνωριζόμαστε. Με ρωτάει ο Καραμβέρης, διοικητής τότε: «τον ξέρεις τον Χατζηγιάννη; Οχι, λέω. Με περιλάβανε καμιά δεκαριά αστυνόμοι, αυτός έβγαλε τον πιστόλι του, μου το κόλλησε, άνοιξε ο μύλος του πιστολιού και γέμισε το πάτωμα σφαίρες. Εξω από την Ασφάλεια είχε κάτι βρύσες. Εκεί με έδερναν… Μπήκα απομόνωση 41 μέρες. Δύσκολα. Εντελώς μόνος.

Κουράγιο από τι παίρνατε;
Από τίποτε. Λέω θα πέσουν. Είχαμε ελπίδα πως θα πέσουν. Πέρναγε ένας χωροφύλακας, με είχε συμπαθήσει, ήταν συμπατριώτης μου από τη Χαλκιδική και μου έφερνε καμιά εφημερίδα. Ητανε φριχτό το κελί. Μετά, όταν πήγα στο Γεντί Κουλέ, βρήκα τους υπόλοιπους και μου φάνηκε σαν κολέγιο. Εκεί έμεινα τρεις μήνες. Μέσα εκεί ήμασταν 41 κατηγορούμενοι. Σε άλλα κελιά είχαν και Μακρονησιώτες. Θυμάμαι εκεί μας φέρανε μια εφημερίδα, και έπαιζε Ελλάδα με Σοβιετική Ενωση ποδόσφαιρο στο Καραΐσκάκη. Είδαμε μια φωτογραφία όπου ο Παττακός αγκάλιαζε τον ρώσο πρέσβη. Σηκώθηκε ο μπαρμπα-Κώστας ο Μπουρλάς, παλιός Μακρονησιώτης: «φέρτε μου να υπογράψω να φύγω», φώναζε. Δίπλα μας βάλανε ψυχικά νοσούντες. Αυτοί ούρλιαζαν τη νύχτα, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Ο μπαρμπα- Στέργιος Λεβέντης, πατέρας του Κώστα Λεβέντη, ποδοσφαιριστή του ΠΑΟΚ,  είχε αϋπνίες. Kάθε βράδυ 3 η ώρα μου έλεγε: ξύπνα, πες το μου! Τραγουδούσα μέσα στο σκοτάδι, το «Μακάρι να "χα δυο καρδιές». Σιωπούσαν και οι δίπλα. Αυτή ήταν η αιτία που πήρα κουράγιο να γίνω τραγουδιστής.
Μια εποχή το τραγούδι είχε δομική λειτουργία για την κοινωνία μας.
Ναι. Το τραγούδι ήταν στοιχείο της καθημερινότητας. Σαν το φαγητό.

Τι άλλαξε;
Ο κόσμος άλλαξε. Τα ενδιαφέροντα. Αλλαξαν οι ψυχές των ανθρώπων με το χρήμα.
Και τότε η κοινωνία είχε χρήμα, παρακράτος όμως και άλλα στραβά…
Είχες όμως δυνατότητες να αγωνιστείς και να δείξεις πως έχεις δίκιο. Τώρα πού να απευθυνθείς; Ρώταγα τον Γκάτσο: είχα τότε προτάσεις από μαγαζιά της παραλίας, με πολλά λεφτά. Ποτέ δεν μου έκανε τον δάσκαλο. Εσύ ξέρεις, μου "λεγε. Μονάχος βρες την άκρη της κλωστής. Σε προμήθευε με άλλον τρόπο.
Γράφεται σήμερα τραγούδι;
Σπάνια. Αναμασήματα, μιμήσεις άλλων συνθετών. Κάποιοι νεότεροι από εμάς, ναι. Ο Περίδης, ο Μάλαμας, οι Κατσιμίχα. Φωνές έχουμε, δεν νομίζω όμως πως οι νεότεροι ερμηνευτές  έχουν εντρυφήσει στο τραγούδι. Στο τι είπε ο Μπιθικώτσης, τι έγραψε ο Τσιτσάνης, ο Μάρκος, το δημοτικό τραγούδι. Εγώ με αυτά μεγάλωσα. Δεν ξέρω αν τα παιδιά έχουν αυτούς τους ήχους. Να πάνε να ακούσουν έναν οργανοπαίχτη. Εμείς τους ακολουθούσαμε, πήγαινα και άκουγα τον Μανώλη Παπαγεωργίου, κορυφαίο κλαρίνο στη Βόρειο Ελλάδα. Τον έχω ακολουθήσει σε πανηγύρι. Πηγαίναμε να ακούσουμε έναν ωραίο ψάλτη, τον Καραμάνη τον Ταλιαδώρο. Θυμάμαι τα μεγάφωνα κοινότητος να παίζουν Καραμάνη. Πηγαίναμε στη Θεσσαλονίκη να τον ακούσουμε, θυμάμαι απλούς ανθρώπους να δακρύζουν.

«Περίμενα μια Αριστερά αλλιώτικη»
Πού βρίσκεται η χώρα σήμερα;
Εχουμε πέσει πολιτιστικά πολύ. Η πολιτεία δεν πριμοδοτεί πολιτιστικά πράγματα. Παίζουμε Γκάτσο με την Καραμπέτη ενάμιση χρόνο στον Φιλολογικό Σύλλογο Παρνασσός και κανείς από το ΥΠΠΟ δεν ήλθε μια φορά. Μα αυτά θα στείλεις έξω. Δεν έχουμε τανκς ή αυτοκίνητα. Πολιτισμό έχουμε!
Μας κυβερνάει η Αριστερά σήμερα;
Δεν νομίζω. Αλλα κέντρα εξουσίας. Εχουν ισοπεδωθεί αυτές οι έννοιες, λυπάμαι που το λέω, γιατί οικογένειες, εξορίστηκαν, καταστράφηκαν και παιδιά δεν έπαιρναν χαρτί κοινωνικών φρονημάτων. Εγώ φακελώθηκα το "60 επειδή έλεγα Μίκη. Αυτόν κυνηγάγανε σαν ανθέλληνα και τώρα τον λένε εθνικιστή.
Πήγατε στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία;
Εγώ ήμουν ως Μακεδόνας στη συγκέντρωση, δεν θέλω σύνθετη ονομασία. Δεν μιλώ για το όνομα σαν όνομα. Το μετά με νοιάζει. Κατέβηκα στο συλλαλητήριο, ο Μίκης ήταν καταπληκτικός.
Δεν είχε ακροδεξιούς;
Είχε πολύ κόσμο κάτω. Πρώτη σε μαζικότητα μετά από πολλά χρόνια.
Σε συλλαλητήριο για την επιθετικότητα της Τουρκίας θα πηγαίνατε;
Συμφωνώ. Θα πήγαινα και συναυλία θα έκανα.
Τον Σαμαρά τον στηρίξατε;
Ημασταν και είμαστε φίλοι από το 1971, ερχόταν ως φοιτητής από την Αμερική σε μπουάτ όπου εργαζόμουν. Αυτό.  
Πολιτικά πού ανήκετε;
Ημουν αριστερός με την έννοια τη δική μου. Απογοητεύτηκα. Από τη Δεξιά έχω κυνηγηθεί. Η εποχή της ΕΡΕ ήταν σκληρή στην επαρχία. Περίμενα μια Αριστερά αλλιώτικη. Οχι τόσο εξουσιαστική.
Για το θέμα της ΑΕΠΙ τι λέτε;
Δεν είμαστε εμείς οι τραγουδιστές στην ΑΕΠΙ. Θλιβερό όμως ο μόχθος των ανθρώπων να πηγαίνει έτσι. Ας κάνουν οι ίδιοι αυτοδιαχείριση, με την βοήθεια του κράτους. Δεν μπορεί να κανονίζει ένας ιδιώτης τι θα γίνει με τα δικαιώματά τους.

Πώς είστε σήμερα;
Είμαι πολύ ευτυχής, τα όνειρά μου τα πραγματοποίησα. Είπα καλά τραγούδια, γνώρισα σημαντικούς ανθρώπους. Είμαι παππούς. Εχω δύο εγγόνια. Ζω ξανά τη ζωή μου.

Η Μπέλλου, ο Σερ και ο Λουκιανός

Τι θυμάστε από τη Σωτηρία Μπέλλου;
Ηταν η αιτία να κατέβω στην Αθήνα. Το 1968 με ζήτησε, με άκουσε σε μια μπουάτ στη Θεσσαλονίκη, την Μπαρμπαρέλα. Κατεβήκαμε στις Τζιτζιφιές, τραγούδησα εκεί με τον Γιώργο Λαύκα. Υπήρξε μεγάλο σχολείο, μετά κάναμε μαζί στην μπουάτ Ζουμ. «Αφήνω το γέρο μου για χατίρι σου», μου είπε και εννοούσε τον Τσιτσάνη.
Μπιθικώτσης;
Με τον Στέλιο, οι κορυφαίοι. Συνεργαστήκαμε. Ο τρόπος που τραγουδούσε ο Γρηγόρης ανέβαζε την Ελλάδα ψηλά. Tον γνώρισα στην Κολούμπια. Οταν έλεγα την «Τετραλογία» του Μούτση, έκατσε αυτός στην κονσόλα. «Θα γράψω εγώ τον μικρό», είπε. Δίδαξε ένα ήθος, δεν είχε τίποτε περιττό. Εδινε αξία στον στίχο.

Λουκιανός Κηλαηδόνης;
Σημαντικότατο πρόσωπο στη ζωή μου μαζί με Μούτση, Γκάτσο. Οταν ήλθε με τα τραγούδια από την «Πόλη μας» (1970), ήταν σαν βόμβα που εξερράγη. Ηλθε στις Τζιτζιφιές να με ακούσει αι μετά από λίγο κάναμε πρόβα σπίτι του. Το μεγάλο σκαλοπάτι ήταν η Κολούμπια. Οταν μετά πήγα στην Πλάκα, ήλθε ο Λαμπρόπουλος με τον Ξαρχάκο να με ακούσουν. Οταν έκανα συμβόλαιο με τον Λαμπρόπουλο πρότεινα και τον Λουκιανό. Δεν ενδιαφέρθηκε. Εκείνο όμως το βράδυ είπα ένα τραγούδι του. «Ποιανού ήταν αυτό;» με ρώτησε ο Λαμπρόπουλος; «Nα περάσει να τον δω». Τον αγάπησα πολύ, η πορεία μου ταυτίστηκε με τα τραγούδια του. Ανεβήκαμε μαζί.