Οσο κι αν θα μπορούσε να υποθέσει κανείς, στην πλειοψηφία τους τουλάχιστον, τα επίθετα των ονομάτων που συγκροτούν τον τίτλο της επιφυλλίδας (γράφεται με αφορμή τη συμπλήρωση δέκα χρόνων, 4 Μαρτίου 2008, από τον θάνατο της Ελενας Ναθαναήλ) μια απορία τουλάχιστον θα μπορούσε να τη διατυπώσει. Απορία, όχι – προς Θεού – αν γνωρίζονταν μεταξύ τους αφού, όσο κι αν δεν είχαν υπάρξει στενές φίλες η Τζένη Καρέζη με την Ελενα Ναθαναήλ, ή αν δεν είχαν κάνει κολλητή παρέα η Αλίκη Βουγιουκλάκη με τη Μελίνα Μερκούρη, είχαν «συμπέσει» σε τέτοιο βαθμό σε σχέση με ανθρώπους και με χώρους που ενδιέφεραν την καθεμιά για τους δικούς της προσωπικούς λόγους ώστε μια επικοινωνία που παρέμεινε ανεξέλικτη ανάμεσά τους κάλλιστα θα μπορούσες να τη φανταστείς. Ομως όσο κοντά κι αν ήρθαν ενώ ζούσαν, ή όποια απόσταση κι αν κρατήθηκε συνειδητά ή ασύνειδα μεταξύ τους, υπάρχει ένα γεγονός που τις περικλείει μέσα τους όπως ένας συγκλονιστικός κοινός παρονομαστής τόσο πιο αποκαλυπτικός καθώς προέκυψε όταν θα ήταν αδύνατον να καλλιεργηθεί από πλευράς τους κάθε προοπτική για τη σύσφιγξη των σχέσεών τους.
Αν και δένονταν μεταξύ τους με κάτι εξαιρετικά βαθύ, δεν μας έγινε γνωστό παρά μετά τον θάνατό τους, έτσι ώστε να μπορεί να το υπολογίζει κανείς από πλευράς τους και ως μια κληρονομιά. Δεν έχει καμιά σημασία αν την κληρονομιά αυτή δεν την είχαν καν σκεφτεί οι ίδιες. Αντίθετα θα τοποθετούσαν την κληρονομιά αυτή στην όποια διάρκεια του καλλιτεχνικού τους έργου και ούτε θα υποψιάζονταν καν πως με την έξοδό τους από τη ζωή, την πραγματοποιημένη μέσα σε μια εικοσιπενταετία, σε διαφορετικές στιγμές, σφυρηλατούσαν μεταξύ τους μια σχέση που όσο ζούσαν δεν αποκλείεται να τις φόβιζε ή να τις τρόμαζε αν γινόταν να συνειδητοποιήσουν προκαταβολικά το περιεχόμενό της.
Γυναίκες της ζωής, της συναναστροφής και της επικοινωνίας, ώστε συχνά, όσο μεγάλο κι αν ήταν το καλλιτεχνικό τους εκτόπισμα (με όλες τις διαφορές του), να έχεις πολύ πιο ζωηρή τη δημόσια εικόνα τους, όταν σήμανε η αντίστροφη μέτρηση και οι μέρες τους ήταν πια μετρημένες, παρασταθήκαμε πολλοί φίλοι τους μάρτυρες μιας αλλαγής που μόνο ως συνέχεια μιας ζωής απόλυτα εσωστρεφούς θα μπορούσε να την εννοήσει κανείς. Σαν το αστροπελέκι της αρρώστιας να χώρισε τη ζωή τους στα δυο και όσο αυθεντικά αισθανόταν να επικοινωνεί κανείς με τη θεατρική και την κινηματογραφική τους φιγούρα – με τη δεύτερη μάλιστα να συνεχίζεται -, με την ίδια ακριβώς εμπιστοσύνη θα τις άκουγε να του εξομολογούνται τον διάλογο που φαίνεται να είχαν συνάψει με το επέκεινα, τόσο πιο αποκαλυπτικό καθώς είχε βλαστήσει μέσα τους χωρίς η προηγούμενη ζωή τους να τον έχει προετοιμάσει έστω και ελάχιστα.
Αν η Τζένη, η Μελίνα, η Αλίκη και η Ελενα είχαν προσπαθήσει να ξορκίσουν τον θάνατο σύμφωνα με όσα είχαν κάνει, θα είχαν φύγει μέσα σε πλήρη σύγχυση. Αντίθετα όσο καταπτοημένες ή μελαγχολικές και αν μας αποχαιρέτησαν, έφυγαν μέσα σε πνευματική διαύγεια.