Η πρώτη αντίδραση μπορεί και να είναι μια μικρή έκπληξη, μια διεγερτική απορία: η Ρένη Πιττακή, η πιστή μαθήτρια του Καρόλου Κουν, που έχει περάσει σαράντα χρόνια εντός των τειχών του Θεάτρου Τέχνης και αρκετά ακόμα εκτός, πρωταγωνιστεί σε ένα θρίλερ ονόματι «Μisery», βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του όχι ακριβώς διαδεδομένου στα ελληνικά θεατρικά πράγματα Στίβεν Κινγκ. Και η αλήθεια είναι ότι η επαφή της με τον αμερικανό συγγραφέα ακολούθησε τεθλασμένη πορεία: πρώτα είδε τη δημοφιλή κινηματογραφική εκδοχή της ιστορίας, που χάρισε στην Κάθι Μπέιτς το Οσκαρ α" γυναικείου ρόλου, και έπειτα αιτία για να διαβάσει το βιβλίο έγινε η πρόταση να πρωταγωνιστήσει στη θεατρική διασκευή του, σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργιά, στο θέατρο Ιλίσια – Βολανάκης.
Οι πρώτες εντυπώσεις της από τις τρεις εκδοχές; «Ο Στίβεν Κινγκ χρησιμοποιεί περιγραφικές λεπτομέρειες με τη φοβερή πένα του για να απεικονίσει μέσω όλων των αισθήσεων, με ακραίο τρόπο, τη φρίκη που προκαλεί σε έναν έγκλειστο συγγραφέα η άρρωστη αφοσίωση μιας θαυμάστριάς του» λέει στο «Νσυν». «Ο συγγραφέας κάνει τη φαντασία τού αναγνώστη να καλπάσει. Στον κινηματογράφο η εικόνα περιχαρακώνει τέτοιες ελευθερίες, ενώ στο θέατρο η έμφαση δίνεται στο ψυχολογικό παιχνίδι και στη δημιουργία ατμόσφαιρας».
ΤΟ ΕΡΓΟ. Η θαυμάστρια με την άρρωστη αφοσίωση είναι βεβαίως η νοσοκόμα Ανι Γουίλκς. Σώζει, έπειτα από ένα σοβαρό τροχαίο, τον αγαπημένο της συγγραφέα Πολ Σέλντον (Λάζαρος Γεωργακόπουλος) και τον παγιδεύει στο σπίτι της. Ενώ εκείνος αναρρώνει, η Ανι διαβάζει το τελευταίο του χειρόγραφο και διαπιστώνει με οργή ότι ο Σέλντον στο καινούργιο του πόνημα «σκοτώνει» τη λατρεμένη της ηρωίδα Μίζερι Τσαστέιν. Τον εξαναγκάζει, με όρο την ελευθερία του, να γράψει ένα νέο βιβλίο, όπου η Μίζερι επανέρχεται στη ζωή κι εκείνος υπακούει σαν να εξαρτάται η ζωή του από το πότε θα τελειώσει.
Η Ανι είναι μια περίπτωση σαφώς ψυχοπαθολογική. Τι άλλο κρύβεται όμως πίσω από την εμμονή της με την ηρωίδα του συγγραφέα;
«Η σχέση τού αναγνώστη με τους λογοτεχνικούς ήρωες είναι μεγάλο κεφάλαιο» απαντά η Πιττακή. «Δεν θα τη σχολιάσω με την έννοια της μέθεξης, αλλά με ένα παραμυθάκι που είχε αφηγηθεί η Μαργκερίτ Γιουρσενάρ σε μια επίσκεψή της εδώ και είχε να κάνει με τους θεατές που προτιμούσαν να βλέπουν έναν πίνακα μέσα από καθρέφτη, γιατί έτσι εμπλέκονταν κι εκείνοι στον αντικατοπτρισμό. Υπάρχουν βέβαια διαβαθμίσεις. Στην Ανι ο καθρέφτης σπάει, ραγίζει».
Είναι όμως και κάτι ακόμα: η πίεση που ασκεί στον Πολ Σέλντον η Ανι Γουίλκς δεν είναι ακριβώς πρωτόγνωρη. Μπορεί να την ασκεί και ο δημιουργός στον εαυτό του, είναι το σαράκι της ψυχής του, σύμφωνα με την Πιττακή, το οποίο προσπαθεί να φωτίσει η παράσταση. Την ίδια στιγμή, οποιουδήποτε καλλιτέχνη οι θαυμαστές μπορούν να γίνουν δυνάστες του. Αραγε έχει αισθανθεί και η ίδια την προβολή των επιθυμιών του κοινού πάνω της; «Τόσα χρόνια στο Θέατρο Τέχνης, μα και αλλού, η δημοτικότητα δεν ήταν ποτέ ακραία» αποκρίνεται. «Ετσι αισθάνθηκα την πίεση, κάποιες φορές, μεμονωμένα. Καμία σχέση δηλαδή με τα ποπ ή τα τηλεοπτικά είδωλα και την ποδοσφαιροποίηση των εκδηλώσεων».
Στη ζωή ενός ηθοποιού ενδέχεται να εισβάλει ακόμα και ένας ρόλος. Τους περισσότερους δικούς της η Πιττακή τούς βρίσκει στο καμαρίνι και τους εγκαταλείπει σταδιακά με το τέλος της παράστασης· κάποιοι άλλοι ωστόσο, υψηλών απαιτήσεων, την κρατούν δέσμια και στην καθημερινότητά της: με ήρωες αρχαίων τραγωδιών ή με τη Μέρι Ταïρόν του Ο"Νιλ, την Ιρένα του Ιψεν και τη Γιο Κι Χι δεν μπορείς να κάνεις ό,τι σου καπνίσει, γιατί είναι «αθλητικών προδιαγραφών» και προϋποθέτουν εγρήγορση πνευματική και σωματική. Το γιατί εσχάτως οι ρόλοι της περιλαμβάνουν την Ανι του «Misery» και την Μπλανς από το «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν» είναι ζήτημα διαφορετικής τάξης. «Αναρωτιέμαι και η ίδια τι συμβαίνει» λέει. «Πάντα μου άρεσαν τα έξυπνα θρίλερ και το σασπένς, η σκοτεινιά τους. Μήπως το κατάλαβαν και ήρθαν να με συναντήσουν;».
Η ΛΥΣΗ ΤΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ. Με έναν παρόμοιο τρόπο, εδώ και μερικά χρόνια, το ελληνικό θέατρο ήρθαν να συναντήσουν βιβλία όπως του Κινγκ, αλλά και αρκετά ελλήνων συγγραφέων που διασκευάζονται επί σκηνής. Κατά τη γνώμη της ηθοποιού, «η κρίση στη νεότερη δραματουργία ίσως οδήγησε στην αναζήτηση λύσεων στον χώρο της λογοτεχνίας, ερωτοτροπώντας με την παραστατικότητα των λογοτεχνικών κειμένων». Στην αρχή τα βήματα ήταν δειλά, όμως κάποια εντυπωσιακά καλλιτεχνικά αποτελέσματα οδήγησαν στην κατάχρηση. Ετσι, «φτάσαμε σε θεατρικές και κινηματογραφικές διασκευές που δίνουν κάποια λύση στην ένδεια, αλλά και που ανανεώνουν το αναγνωστικό ενδιαφέρον του κοινού».
Για την ίδια, τα πάντα κρίνονται κατά περίσταση, πέραν των τάσεων και των εποχών. Εχει άραγε νόημα να αναρωτιόμαστε τι θα έλεγε ο Κάρολος Κουν για όλα αυτά; Οχι, γιατί πρόκειται για άλλες συγκυρίες, άλλα μεγέθη. «Το αποτύπωμα του καθενός, μικρό ή μεγάλο, είναι μοναδικό και αναντικατάστατο. Εχουμε αλλά και πάντοτε χρειαζόμαστε νέους δημιουργούς, όπως και τις συνθήκες για να ανθήσουν» επισημαίνει. Τι κρατάει και τι όχι από τα χρόνια στο Θέατρο Τέχνης; «Κρατάω την αύρα του και τη θεατρική μου αγωγή. Δεν κρατάω την εμμονική προσκόλληση στον παλιό, καλό καιρό». Πώς της φαίνεται η στάση του κράτους απέναντι στον πολιτισμό; «Τα ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα» είναι η φράση που επιλέγει ως απάντηση. Με ποιον τρόπο λοιπόν, πέρα από τους προφανείς, συμμετέχει η ίδια στα κοινά; «Μόλις γράφτηκα στο νεοσύστατο κόμμα του Αγγελου Παπαδημητρίου» καταλήγει η Πιττακή. «Λέγεται Κ.Κ.Ευγε. και σημαίνει κομψότης, καλοσύνη, ευγένεια. Το χιούμορ είναι μία ακόμα στάση στα πράγματα».

INFO
«Misery» στο θέατρο Ιλίσια – Βολανάκης (Παπαδιαμαντοπούλου 4, τηλ. 210-7223.010) έως 29 Απριλίου