Οι συμπονετικοί άνθρωποι δημιουργούν στενές σχέσεις με τους άλλους, ενώ το ιδιαίτερο αυτό στοιχείο του χαρακτήρα τους επηρεάζει σημαντικά το πώς συμπεριφέρονται στις κοινωνικές και επαγγελματικές συναναστροφές.
Ομως, πλέον οι επιστήμονες καταλήγουν ότι η συμπόνια δεν είναι μόνο κάτι που «μαθαίνουμε» και αναπτύσσουμε με τον χρόνο μέσα από τις εμπειρίες μας – είναι και κληρονομική.
Ειδικότερα, έρευνα στην οποία συμμετείχαν 46.000 άνθρωποι έδειξε για πρώτη φορά ότι τα γονίδια παίζουν σημαντικό ρόλο στη συμπόνια που εκδηλώνει κανείς. Μεταξύ των ευρημάτων, δε, οι επιστήμονες εντόπισαν ότι οι γυναίκες είναι σε γενικές γραμμές πιο σπλαγχνικές σε σχέση με τους άντρες.
Για τη διεξαγωγή της μελέτης, οι ερευνητές βαθμολόγησαν τον δείκτη συμπόνιας των συμμετεχόντων – έχοντας ως «πυξίδα» τις απαντήσεις που έδωσαν σε ειδικό ερωτηματολόγιο – και έπειτα υπέβαλαν το δείγμα σάλιου που έλαβαν από όλους σε τεστ DNA.
Επειτα, προσπάθησαν να εντοπίσουν πιθανές γονιδιακές διαφοροποιήσεις που θα μπορούσαν να εξηγήσουν γιατί κάποιοι από εμάς είναι πιο σπλαγχνικοί από άλλους. Αυτό που διαπίστωσαν είναι ότι τουλάχιστον ένα 10% των διαφορών ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι είναι ευαισθητοποιημένοι οφείλεται στα γονίδια που φέρουν.
Ο καθηγητής και βασικός συγγραφέας της έρευνας Varun Warrier του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ στην Αγγλία σημειώνει ότι τα ευρήματα αυτά αποτελούν ένα σημαντικό βήμα για να κατανοήσουμε πώς «χτίζεται» στην ψυχολογία των ανθρώπων το αίσθημα της συμπόνιας.
«Δεδομένου όμως ότι τα γονίδια επηρεάζουν ένα 10% τον δείκτη ευαισθησίας, είναι εξίσου σημαντικό να κατανοήσει κανείς και τους υπόλοιπους παράγοντες που μας επηρεάζουν» καταλήγει.
Αλλωστε, βάσει της ίδιας έρευνας, σημαντικές διαφορές εντοπίζονται και στα δύο φύλα σχετικά με το… βάθος της συμπόνιας. Ειδικότερα, από μια κλίμακα από το 1 έως και το 80, οι γυναίκες σκοράρισαν κατά μέσον όρο «50» και οι άντρες «41».
Οι επιστήμονες, ωστόσο, παραδέχονται ότι δεν κατάφεραν να εξηγήσουν τη διαφορά αυτή με οδηγό πιθανές γονιδιακές διαφορές.