Ο Τζενγκίζ Ακτάρ, τούρκος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών, συγγραφέας και αρθρογράφος που σήμερα ζει στην Ελλάδα, πιάνει το νήμα από τις αρχές του περασμένου αιώνα. Οταν τον Απρίλιο του 1915 ο πρεσβευτής της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη Χανς φον Βάνγκενχαϊμ έστειλε μια έκθεση στην καγκελαρία του Βερολίνου σχετικά με την πολιτική που έπρεπε να ακολουθήσει η κυβέρνησή του στο θέμα των Αρμενίων: «Πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί» έγραφε. «Διαφορετικά, εάν υποστηρίξουμε τους Αρμένιους στον μάλλον ανέλπιδο αγώνα τους, μπορεί να θέσουμε σε κίνδυνο συμφέροντα που είναι πιο σημαντικά για εμάς».
Πρωτοστάτης της εκστρατείας «Ζητώ συγγνώμη», στόχος της οποίας ήταν να αναδείξει το θέμα της Γενοκτονίας των Αρμενίων, ο Ακτάρ υπενθυμίζει ακόμη ότι ο Πάουλ φον Μέτερνιχ, ο διάδοχος του Βάνγκενχαϊμ, αντικαταστάθηκε γρήγορα καθώς, σύμφωνα με το Βερολίνο, «παρενέβαινε υπέρ των χριστιανών, τραυμάτιζε την αξιοπρέπεια των Τούρκων και δεν ενεργούσε με βάση τα συμφέροντα της Γερμανίας».  Ο ρόλος της Γερμανίας, σύμφωνα με τον τούρκο αναλυτή, ήταν εξίσου σκοτεινός και έναντι των Ελλήνων. «Ο εκτοπισμός των Ελλήνων που ζούσαν στις ακτές της Μικράς Ασίας έγινε κατόπιν υπόδειξης του γερμανού στρατηγού Λίμαν φον Σάντερς, ανώτατου συμβούλου και διοικητή του οθωμανικού στρατού» γράφει ο Ακτάρ στην εφημερίδα «Ahval».
Για τον ίδιο, λίγα πράγματα έχουν αλλάξει σε αυτά τα εκατό χρόνια. «Ακόμη και τα επιχειρήματα είναι πάνω-κάτω τα ίδια» γράφει. «Η μόνη διαφορά είναι ότι η Γερμανία πέρασε από την ενεργό στρατιωτική συνεργασία του περασμένου αιώνα σε μια παθητική στρατιωτικοοικονομική υποστήριξη, πάντα εις βάρος των αδυνάμων. Για τους Κούρδους στην περιοχή, αλλά και για όλους εκείνους στην Τουρκία που υπόκεινται στο καθεστώς του Ερντογάν» προσθέτει. Και συνεχίζει: «Το γερμανικό κράτος κάνει ψυχρούς υπολογισμούς. Η Τουρκία είναι εμπορικός εταίρος της και άμεσος επενδυτής. Τα συμφέροντά της είναι πρωτίστως οικονομικά, αλλά και στρατηγικά και πολιτικά».
Για τον Ακτάρ, στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται όλα τα δυτικά κράτη. Προβάλλουν την ηθική τους ανωτερότητα στο θέμα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την ίδια ώρα θέλουν να πουλάνε τα προϊόντα τους και ιδιαιτέρως όπλα. Θέλουν να κρατήσουν την Τουρκία στο ΝΑΤΟ για να μην πέσει στα χέρια της Ρωσίας και να διασφαλίσουν ότι η Τουρκία θα συνεχίσει να εμποδίζει τη μαζική μετακίνηση προσφύγων, μεταναστών και πρώην τζιχαντιστών προς την Ευρώπη. «Σήμερα, το ΝΑΤΟ και η ΕΕ λένε ότι κατανοούν τις «εύλογες ανησυχίες» της Τουρκίας για την ασφάλειά της και τον «αγώνα της εναντίον της τρομοκρατίας», επαναλαμβάνοντας όσα έλεγε πριν από εκατό χρόνια ο γερμανός πρεσβευτής την ώρα που η Γενοκτονία της Αρμενίας βρισκόταν σε εξέλιξη».
«Καμία σημασία δεν έχει το γεγονός», συνεχίζει ο Ακτάρ, «ότι η Αφρίν δεν αποτελεί απειλή για την Τουρκία. Την ίδια «κατανόηση» επιδεικνύει η Δύση για την εκτεταμένη καταστολή εις βάρος των τούρκων πολιτών. Οι «εταίροι» της Τουρκίας ενδιαφέρονται να «ομαλοποιήσουν» τις σχέσεις τους με την Αγκυρα και να συνεχίσουν να κάνουν τις δουλειές τους όπως έκαναν πάντα». Κάνουν κάτι ακόμη, σύμφωνα με τον Ακτάρ: «Παραβλέπουν το γεγονός ότι κάθε αυταρχικό καθεστώς καταφεύγει στην καταστολή και άλλα μέτρα του είδους εις βάρος των πολιτών που θεωρεί «εχθρούς του λαού», όπως έκανε ο Χίτλερ με τους Εβραίους και τους αριστερούς.
Η εξομάλυνση των σχέσεων με ένα τέτοιο φασιστικό καθεστώς», καταλήγει ο Τζενγκίζ Ακτάρ, «παραπέμπει στον κατευνασμό της Γερμανίας του Χίτλερ πριν από ακριβώς 80 χρόνια με τις συνέπειες που όλοι ξέρουμε. Και αν η «εξομάλυνση» είναι ένας ευφημισμός για τον κατευνασμό, οι «εύλογες ανησυχίες για την ασφάλεια» είναι ένας ευφημισμός για τις «εξουσιοδοτημένες» μαζικές δολοφονίες».