Στην τελευταία της ομιλία για το Brexit, η βρετανίδα πρωθυπουργός Τερίζα Μέι απέρριψε την προοπτική παραμονής της Βρετανίας στην τελωνειακή ένωση της ΕΕ με το επιχείρημα πως η Βρετανία επιθυμεί τη δική της εμπορική πολιτική. Αυτό δεν είναι προς το συμφέρον ούτε της Βρετανίας ούτε της ΕΕ. Είναι αλήθεια πως η Νορβηγία και η Ελβετία, και οι δύο χώρες με υψηλό βαθμό ενσωμάτωσης στην ευρωπαϊκή αγορά, έχουν τελωνειακά σύνορα με την ΕΕ. Οι χώρες αυτές χρειάζονται μία ανεξάρτητη εμπορική πολιτική ώστε να παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εγχώριους αγροτικούς τομείς τους, οι οποίοι και στις δύο περιπτώσεις δεν θα μπορέσουν ποτέ να γίνουν αποδοτικοί λόγω ορεινού εδάφους.
Αλλά η Βρετανία είναι παραδοσιακά πολύ λιγότερο προστατευτική με τη γεωργία της και το πιθανότερο είναι να επιδιώξει, ούτως ή άλλως, μετά το Brexit μια εμπορική πολιτική παρόμοια με εκείνη της ΕΕ. Είναι λοιπόν δύσκολο να πούμε τι θα κέρδιζε η Βρετανία επιδιώκοντας μία εθνική εμπορική πολιτική -ιδιαίτερα σε μία περίοδο που οι ΗΠΑ υπό τον Ντόναλντ Τραμπ εφαρμόζουν πολιτικές (όπως επιβολή δασμών στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου) με ελάχιστη μέριμνα για τους μικρότερους εμπορικούς εταίρους τους.
Το βασικό εμπόδιο για μία τελωνειακή ένωση μετά το Brexit είναι πολιτικό. Οπως έχει τονίσει ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ο ηγέτης των Εργατικών, που υποστηρίζει την παραμονή στην τελωνειακή ένωση, μία χώρα με το βάρος και την επιρροή της Βρετανίας δεν μπορεί να δίνει την εντύπωση ότι απλώς ακολουθεί ευρωπαϊκές αποφάσεις επί των οποίων δεν έχει καμία επιρροή. Αλλά αυτό το πρόβλημα μπορεί να παρακαμφθεί.
Η αξίωση της Βρετανίας να βαρύνει στις ευρωπαϊκές αποφάσεις μπορεί και πρέπει να ληφθεί υπόψη με τη συμπερίληψη βρετανών ειδικών στις επιτροπές που αποφασίζουν την εμπορική πολιτική. Οι ειδικοί αυτοί δεν θα έχουν δικαιώματα ψήφου, θα μπορούν όμως να επηρεάζουν τη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Η ΕΕ έχει ήδη παρόμοιες διευθετήσεις με την Ισλανδία, τη Νορβηγία και την Ελβετία σε ό,τι αφορά θέματα που σχετίζονται με τη ζώνη Σένγκεν.
Η επίσημη δύναμη λήψης αποφάσεων είναι φυσικά διαφορετικό ζήτημα. Η νομική δομή της ΕΕ δεν μπορεί να επιτρέψει σε ένα μη κράτος-μέλος να συμμετέχει σε δεσμευτικές αποφάσεις. Χρειάζεται λοιπόν ένα είδος συμφωνίας κυρίων, με τη δέσμευση της ΕΕ να λαμβάνει υπόψη τα βρετανικά συμφέροντα όταν θα παίρνει αποφάσεις για την εμπορική πολιτική της. Δεν πρέπει να το δει αυτό ως παραχώρηση, είναι και προς το δικό της μακροπρόθεσμο συμφέρον. Εντέλει, αν μπορεί να προσφέρει de facto πρόσβαση στις αγορές της ΕΕ και της Βρετανίας – που είναι μαζί 20% μεγαλύτερες από την ευρωπαϊκή αγορά μόνη της -, τότε η διαπραγματευτική της ισχύ ενισχύεται σημαντικά.
Το Brexit είναι, και θα παραμείνει, μία πρόταση από την οποία χάνουν όλοι. Αλλά οι ζημίες και στις δύο πλευρές μπορούν να περιοριστούν. Για τον σκοπό αυτό, η διατήρηση της Βρετανίας στην ευρωπαϊκή τελωνειακή ένωση – μέσω της εξασφάλισης ενός ενεργού αν και ανεπίσημου ρόλου – είναι η καλύτερη επιλογή των διαπραγματευτών.
Ο Ντάνιελ Γκρος είναι διευθυντής του Κέντρου Μελετών Ευρωπαϊκής Πολιτικής (CEPS), στις Βρυξέλλες. Εχει εργασθεί για το ΔΝΤ και υπηρετήσει ως οικονομικός σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καθώς και του γάλλου πρωθυπουργού και υπουργού Οικονομικών. Είναι διευθυντής των Economie Internationale και International Finance