«Αλλάζει ο άνθρωπος μέσα στον χρόνο, αλλάζουν και τα τραγούδια του. Αυτά περιγράφουν το πνεύμα που μας διακατέχει γενικά και ειδικά». Ετσι απαντούσε πριν από μια 25ετία στο περιοδικό «Oz» ο Σωκράτης Μάλαμας σχετικά με το ποια θέματα απασχολούν τους δημιουργούς. Βλέποντάς τον πάνω στη σκηνή του Σταυρού του Νότου την περασμένη Δευτέρα να κλείνει τις χειμωνιάτικες εμφανίσεις του, περνάει αυτομάτως απ" το μυαλό η σκέψη ότι ο ίδιος υπέστη τις λιγότερες δυνατές αλλαγές.
Λίγοι θα διαφωνήσουν ότι η πρόθεσή του απέναντι στην τέχνη του υπήρξε καθαρή και συνεπής απ" την αρχή. Αναδεικνύεται άλλωστε από τον τρόπο που συστήνει τους μουσικούς του μέχρι τον τρόπο με τον οποίο υποδέχεται το καινούργιο μέλος της μουσικής παρέας: τη νεαρή με την εντυπωσιακή φωνή Ιουλία Καραπατάκη. Αφήνει χώρο για όλους, αλλά κυρίως για το τραγούδι. Και ρίχνει τους προβολείς πάνω σε εκείνους που στριμώχτηκαν για να τον ακούσουν ακόμη μια φορά, καθώς τραγουδά – πότε με ψιθύρους και πότε με «κραυγές» – αυτά που θέλουν να φωνάξουν δυνατά. Πόσες φορές μπλέχτηκαν οι φωνές τους μαζί με τη δική του στην «Αμερική», στο «Διάφανο», στην «Κοιλάδα των Τεμπών», στα τραγούδια που έχουν τη σφραγίδα της φωνής του;
Η ΠΛΑΤΕΙΑ. Να γνώριζαν άραγε οι εικοσάρηδες που τραγουδούσαν δίπλα στους γκριζομάλληδες θαμώνες ότι ο ερμηνευτής πάνω στην σκηνή – την οποία μοιράζεται με τους Νίκο Μαγνήσαλη (τύμπανα), Γιάννη Παπατριανταφύλλου (κοντραμπάσο), Νίκο Παραουλάκη (νέι), Φώτη Σιώτα (βιολί, βιόλα), Κυριάκο Ταπάκη (λαούτο, μπουζούκι) – έχει κατηγορηθεί σαν «αρχιερέας» της μελαγχολίας του εντέχνου και της «μαυρίλας»; Η ίδια η ανθρωπογεωγραφία της πλατείας δίνει την απάντηση. Το μεγαλύτερο κομμάτι του ακροατηρίου ήταν όντως νέοι που φαίνεται να διασκέδαζαν με τον πιο ξέφρενο τρόπο μαζί του την ώρα του «Πεχλιβάνη», των «Παγίων», των «Ποντικιών», του «Ονείρου», αλλά και των καινούργιων κομματιών από τον κοινό δίσκο με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου (που μόλις κυκλοφόρησε). Οι ίδιοι άλλωστε γνωρίζουν και το σχεδόν οπαδικό σύνθημα «Ρε Σωκράτη, τι λες τώρα που θα παίζεις ώς τις τέσσερις η ώρα;».
ΑΓΡΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ. Ο ίδιος πάντως δεν είναι από τους τραγουδιστές που ενδίδει αμαχητί στις απαιτήσεις του κοινού. «Ψημένος» στα λαϊκά πάλκα – υπήρξε, ως γνωστόν, κιθαρίστας σε σκυλάδικα αλλά και στην μπάντα του Νίκου Παπάζογλου -, δεν ανταποκρίνεται με επαγγελματικό καθωσπρεπισμό στις παραγγελίες της πλατείας. Οι άγραφοι κανόνες που έμαθε από τη θητεία του στο λαϊκό πάλκο είναι μάλλον η σκηνική λιτότητα, ενώ θα μπορούσε να αναλώνεται σε «φιλολαϊκές» κορόνες και λεκτικά «άλματα». Οι εντυπώσεις που επιδιώκει προκύπτουν μόνο μέσα από τις άγριες εικόνες των τραγουδιών που αφηγείται και μοιάζουν να είναι η προσωπική ιστορία του καθενός που τον ακούει: τόσο διαφορετική και τόσο ίδια. Που δείχνουν την τρέλα που κουβαλάς και σε κάνουν να κατανοήσεις την τρέλα των αλλων. Οι εικόνες αυτές μόλις τελείωσαν στον Σταυρό του Νότου, αλλά θα επαναληφθούν το καλοκαίρι στις συναυλίες του με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου. Οπως λένε ήδη οι δυο τους, θα είναι μια γιορτή της «συνάντησης και του παιχνιδιού».