Τους τελευταίους μήνες αντάλλασσαν διαρκώς απειλές για πυρηνικό πόλεμο. Ο Κιμ Γιονγκ Ουν έλεγε τον Τραμπ «γεροξεκούτη» και ο Τραμπ χλεύαζε τον «rocket man», τον πυραυλάνθρωπο. Χθες, ο πρόεδρος Τραμπ αποφάσισε να δεχθεί την πρόσκληση και να συναντηθεί με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιμ Γιονγκ Ουν. Λογικά, αυτό θα σκορπούσε κύματα αισιοδοξίας. Ομως όλοι δείχνουν να τρέμουν τη συνάντηση δύο τόσο απρόβλεπτων προσωπικοτήτων.
Τους φόβους των αναλυτών ότι η συνάντηση αυτή μπορεί να είναι ένα σόου χωρίς ουσία ή να έχει χειρότερα αποτελέσματα λόγω της πολιτικής απειρίας του αμερικανού προέδρου, έρχεται να ενισχύσει η αποκάλυψη από τον αμερικανό υπουργό Εξωτερικών Ρεξ Τίλερσον πως ο Ντόναλντ Τραμπ πήρε την απόφαση μόνος του! Το πόσο μόνος του, σχολιάζουν ειδικοί, το δείχνει το γεγονός ότι λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση του Λευκού Οίκου ο Τίλερσον είχε δηλώσει: «Απέχουμε ακόμα πολύ από τις διαπραγματεύσεις». Ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών διευκρίνισε πάντως ότι θα χρειαστούν αρκετές εβδομάδες για να προετοιμαστεί η συνάντηση, η οποία υπολογίζεται να πραγματοποιηθεί μέχρι τα τέλη Μαΐου.
Η πρόσκληση από τον 35χρονο Κιμ μεταφέρθηκε στον Λευκό Οίκο από νοτιοκορεάτες αξιωματούχους και δεν τέθηκε κανένας όρος. Μια τέτοια σύνοδος κορυφής – την οποία η Πιονγκγιάνγκ επεδίωκε τις τελευταίες δύο δεκαετίες – θα πραγματοποιηθεί βέβαια αφότου επιτευχθούν κάποιες συγκεκριμένες συμφωνίες, σύμφωνα με τη Σουζάν ΝτιΜάτζιο, αναλύτρια στην Ουάσιγκτον. «Θα πρέπει να προετοιμαστεί πολύ προσεκτικά, αλλιώς κινδυνεύει να μετατραπεί σε θέαμα άνευ ουσίας. Αυτή τη στιγμή ο Κιμ είναι που θέτει την ατζέντα και τον ρυθμό και η κυβέρνηση Τραμπ απλά αντιδρά. Η Ουάσιγκτον πρέπει να αλλάξει αυτήν τη δυναμική». Αλλωστε, δεν είναι λίγοι εκείνοι που προειδοποιούν ότι η σύνοδος θα προσφέρει νομιμότητα και κύρος σε έναν από τους πιο στυγνούς δικτάτορες του πλανήτη.
Εάν η σύνοδος κορυφής αποτύχει, το κόστος θα είναι πολύ μεγαλύτερο απ" ό,τι στο παρελθόν, σημειώνει ο Ρόμπερτ Κέλι, καθηγητής σε πανεπιστήμιο της Νότιας Κορέας, με τη Βόρεια Κορέα να κατέχει ισχυρό πυρηνικό οπλοστάσιο και τον Τραμπ να έχει επανειλημμένα απειλήσει με στρατιωτική επίθεση για την καταστροφή των πυρηνικών αυτών. Αναλυτές σημειώνουν επίσης ότι υπάρχουν μεγάλα κενά σε καίρια πόστα της κυβέρνησης και του επιτελείου του Τραμπ, προκειμένου να εξασφαλιστεί η σωστή διπλωματική προσέγγιση σε μια τόσο σημαντική συνάντηση.
Ο Τραμπ, βέβαια, ήδη κάνει το δικό του σόου. Εμφανίστηκε απρόσμενα στην αίθουσα των δημοσιογράφων μία ώρα πριν από την ανακοίνωση και τους είπε ότι «σε λίγο θα έχουμε σημαντικά νέα», ενώ έγραψε διθυραμβικά σχόλια για τον εαυτό του στο twitter. Οταν ρωτήθηκε στέλεχος του Λευκού Οίκου γιατί δεν αποφασίστηκε μια συνάντηση μεταξύ κυβερνητικών στελεχών των δύο χωρών, απάντησε ότι «οι ΗΠΑ το κάνουν αυτό επί χρόνια χωρίς αποτέλεσμα».
Για το τι αποτέλεσμα, ωστόσο, θα έχει η συνάντηση, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες. Ακόμα και εάν ο Κιμ πράγματι επιθυμεί βιώσιμη λύση, η Βόρεια Κορέα αποκλείεται να προχωρήσει άμεσα στην αποπυρηνικοποίηση. Από την άλλη, η κυβέρνηση των ΗΠΑ έχει επανειλημμένα δηλώσει πως ο μοναδικός στόχος της είναι η αποπυρηνικοποίηση της Πιονγκγιάνγκ που αποτελεί προαπαιτούμενο για οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Ο Λευκός Οίκος φαίνεται να επενδύει πολλά στην ικανότητα του Τραμπ να επιτύχει εκεί όπου ολόκληρες γενιές έμπειρων διπλωματών πριν από αυτόν απέτυχαν. Η διεθνής κοινότητα κρατάει την αναπνοή της…
Ο πονοκέφαλος, το στοίχημα και οι προσδοκίες
«Επικίνδυνο στοίχημα και κακή ιδέα» χαρακτήρισε τη συνάντηση Τραμπ – Κιμ ο αρθρογράφος των «New York Times» Νίκολας Κριστόφ. «Είναι και οι δύο σόουμεν με τάση στο δραματικό και το απρόβλεπτο. Αυτό θα κάνει τη σύνοδο συναρπαστική, όμως δημιουργεί τεράστιους κινδύνους για το τι θα συμβεί εάν τα πράγματα πάνε στραβά». Και συνεχίζει: «Προκαλεί πονοκέφαλο το γεγονός ότι ο Τραμπ που απειλούσε τον Σεπτέμβριο να «αφανίσει ολοκληρωτικά» τη Βόρεια Κορέα και αργότερα είπε ότι το πυρηνικό του κουμπί είναι μεγαλύτερο από του Κιμ, προετοιμάζει μια βολική συνάντηση. Δεν ξέρουμε ποιες είναι οι προσδοκίες του Κιμ. Μια αποτυχημένη σύνοδος κορυφής μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση και από τις δύο πλευρές. Και έτσι να καταλήξουμε σε χειρότερη κατάσταση από πριν».