«Η ιταλική ψήφος δεν είναι απόρριψη της Ευρώπης αλλά η έκφραση οργής απέναντι στην έλλειψη απαντήσεων», επέμενε τις προάλλες, μιλώντας στη «Libération», ένας νεαρός βουλευτής του La République en Marche, του κόμματος του Εμανουέλ Μακρόν. Αυτή είναι άλλωστε και η πεποίθηση του Ελιζέ: την περασμένη Κυριακή, οι Ιταλοί επιβεβαίωσαν την ανάγκη για «περισσότερη Ευρώπη», μια «Ευρώπη που προστατεύει», όπως ακριβώς την οραματίζεται ο γάλλος πρόεδρος – κι ας ψήφισαν συνολικά υπέρ ευρωσκεπτικιστών υποψηφίων δύο και πλέον ψηφοφόροι στους τρεις. Είναι, θα έλεγε κανείς, η θετική θεώρηση των πραγμάτων. Την άλλη, τη συνόψισε στην ίδια εφημερίδα ο Αλέν Ντιαμέλ: μετά την ψήφο των Ιταλών, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη σοβαρότερη κρίση της ιστορίας της. Γίνεται η αρένα μιας αδυσώπητης μάχης ανάμεσα σε μεταρρυθμιστές και λαϊκιστές, ανάμεσα σε υποστηρικτές και πολέμιους της Ενωσης. Από το 2005 και εξής, οι αντιευρωπαίοι δεν παύουν να προωθούνται και η ΕΕ έχει σχεδόν πάψει να αποτελεί μια δύναμη πολιτικής πρότασης.
H ανθρωπογεωγραφία της ψήφου πάντα βοηθάει στην αποκρυπτογράφηση ενός εκλογικού σεισμού, ειδικά σε μια χώρα όπως η Ιταλία όπου οι αλλαγές στο γεωγραφικό πλάτος φέρνουν και αλλαγές στη συμπεριφορά. Ο μέσος ψηφοφόρος του Κινήματος Πέντε Αστέρων, αυτός που θέλει να δει στο πρωθυπουργικό μέγαρο τον 31χρονο Λουίτζι ντι Μάιο, είναι ένας νεαρός άνεργος άνδρας που μένει στον ιταλικό Νότο. Μεταξύ 2013 και 2018, το M5S πέρασε από το 25,6% στο 31,9%. Το ψήφισε ένα 35,3% των Ιταλών ηλικίας 18-34 χρόνων, ένα 36% των ανδρών, ένα 31% των ανέργων. Στην Καλαβρία, την Καμπανία, την Μπαζιλικάτα, τη Σαρδηνία, τη Σικελία και το Μολίζε, περιφέρειες με ΑΕΠ ανάμεσα στα χαμηλότερα της Ευρώπης, πέτυχε ποσοστά 40%-50%. Στη Σκάμπια, τη συνοικία της Νάπολι που έκανε διάσημη ο Ρομπέρτο Σαβιάνο με το βιβλίο του «Γόμορρα», απέσπασε 65%. Η υπόσχεση ενός reddito di cittadinanza, ενός μισθού 720 ευρώ για κάθε πολίτη, συνετέλεσε αναμφισβήτητα στο να γίνει πρώτο κόμμα της Ιταλίας -κι ας έχει προειδοποιήσει ο καθηγητής Ρομπέρτο Περότι, από τους επιφανέστερους ιταλούς οικονομολόγους, ότι κάτι τέτοιο θα κόστιζε περίπου 45 δισ. ευρώ, που η Ιταλία προφανώς αντέχει.  
Είναι λοιπόν «η οικονομία ανόητε»; Στον ιταλικό Νότο. Στον Βορρά, είναι «η μετανάστευση ανόητε». Εκεί κατοικεί ο μέσος ψηφοφόρος της Λέγκας, που είναι παραδόξως γυναίκα, περίπου 49 χρόνων, ιδιοκτήτρια μικρομεσαίας επιχείρησης. Μεταξύ 2013 και 2018, η Λέγκα τετραπλασίασε τις ψήφους της, περνώντας από το 4,1% στο 18%. Μόλις ένα 18,7% όσων την ψήφισαν την Κυριακή την είχαν επιλέξει προ πενταετίας. Η Λέγκα κανιβάλισε τον σύμμαχό της, τη Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, κλέβοντας το 25,5% των ψηφοφόρων της. Ρόλο έπαιξε ασφαλώς μια ακόμα λαϊκιστική και ανεφάρμοστη υπόσχεση ενός ενιαίου φόρου 13%. Το βασικό όπλο του Ματέο Σαλβίνι ωστόσο ήταν ο φόβος των πολιτών για τη μετανάστευση. Ενα 58% των μεταναστών ζουν σήμερα στον Βορρά, έναντι 12% στον Νότο. Οι αλλοδαποί εκπροσωπούν το 11% του πληθυσμού στη Βόρεια Ιταλία, μόλις 4% στον Νότο. Ο Σαλβίνι δεν πρότεινε ποτέ λύση, απλώς φώναζε. «Μην ψάχνετε άλλο. Υπάρχει ένα κοινό σημείο σε όλες τις εκλογικές εξεγέρσεις που κλονίζουν τις δυτικές δημοκρατίες εδώ και τρία χρόνια, ανοίγοντας τις πόρτες των Κοινοβουλίων σε λαϊκιστικά ή εξτρεμιστικά κινήματα: είναι η αντίσταση στη μαζική μετανάστευση. Είναι ένα σημαντικό, αδιαμφισβήτητο πολιτικό γεγονός, και πρέπει να το αναλύσουμε πριν διολισθήσει ολόκληρη η Ευρώπη στην απόλυτη απόρριψη ενός φαινομένου που, είτε το θέλουμε είτε όχι, δεν πρόκειται να σταματήσει», γράφει στη «Monde» η Σιλβί Κοφμάν.
Και τώρα; Τώρα όλα τα μάτια είναι στον Σέρτζιο Ματαρέλα, τον πρόεδρο της Ιταλίας και απόλυτο μετεκλογικό ρυθμιστή. Εχει μπροστά του τουλάχιστον τέσσερα σενάρια, από το πλέον επίφοβο, μία συμμαχία μεταξύ λαϊκιστών και ακροδεξιών, Γκριλίνι και Λέγκας, μέχρι το μικρότερο κακό, μία σύμπραξη Γκριλίνι και Δημοκρατικού Κόμματος – την οποία βέβαια απορρίπτει κατηγορηματικά ο Ματέο Ρέντσι, κρατώντας πεισματικά την καρέκλα αν και «υπό παραίτηση». Οσο και αν διεκδικούν Μάιο και Σαλβίνι το δικαίωμα, ο Ματαρέλα είναι αυτός που θα επιλέξει σε ποιον θα εμπιστευτεί την αποστολή σχηματισμού νέας κυβέρνησης, όχι όμως πριν τις 23 Μαρτίου, τη σύγκληση του νέου Κοινοβουλίου και την εκλογή νέων προέδρων και αντιπροέδρων σωμάτων και ομάδων. Περισσότερο από όλα, λένε, θέλει να αποφύγει νέα προσφυγή στις κάλπες. Στην πρώτη του δημόσια μετεκλογική παρέμβαση, την Πέμπτη, ζήτησε από όλους να λειτουργήσουν με αίσθημα ευθύνης. Η Ιταλία έχει παράδοση και στα πολιτικά αδιέξοδα και στο να βγαίνει από αυτά. Ιδωμεν.