Το γλαύκωμα αποτελεί τη δεύτερη αιτία τυφλότητας παγκοσμίως και την πρώτη μη αντιστρεπτή αιτία τυφλότητας. Και αυτό διότι χτυπάει τους ασθενείς χωρίς προειδοποίηση, με αποτέλεσμα οι ειδικοί να χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη πάθηση των ματιών ως την πλέον ύπουλη.  
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας προβλέπεται ότι 79,6 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως θα έχουν γλαύκωμα μέχρι το 2020 και από αυτούς 11,2 εκατομμύρια θα είναι αμφοτερόπλευρα τυφλοί.
Ομως, λόγω της σιωπηλής εξέλιξης της πάθησης (τουλάχιστον στα αρχικά στάδια) μέχρι και 50% των πασχόντων στις ανεπτυγμένες χώρες δεν γνωρίζουν ότι έχουν γλαύκωμα και άρα δεν ακολουθούν κάποια θεραπεία.
Αυτός είναι και ο λόγος που οι ειδικοί εφιστούν την προσοχή των ασθενών, καθώς το γλαύκωμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα ανησυχίας για τη δημόσια υγεία.
Στη χώρα μας η επίπτωση της πάθησης υπολογίζεται στο 2% του γενικού πληθυσμού, αλλά το ποσοστό αυτό αυξάνεται σημαντικά με την πάροδο της ηλικίας.
«Αν και το γλαύκωμα εμφανίζεται σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, είναι πιο συχνό στις μεγαλύτερες ηλικίες και με την αύξηση του μέσου όρου ζωής, οι εκτιμήσεις της επίπτωσης του γλαυκώματος αυξάνονται», σημειώνει ο αναπληρωτής καθηγητής Οφθαλμολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γλαυκώματος Δημήτρης Σ. Παπακωνσταντίνου.
Ειδικότερα, και σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε η Εταιρεία με αφορμή την Παγκόσμια Εβδομάδα Γλαυκώματος (11-17 Μαρτίου), περίπου 200.000 – 250.000 πολίτες στην Ελλάδα έχουν γλαύκωμα, αλλά ένα μέρος από αυτούς δεν είναι διαγνωσμένοι.
Το λάθος των Ελλήνων. Τα δεδομένα πρόσφατης μελέτης εντείνουν μάλιστα τον προβληματισμό των ειδικών, δεδομένου ότι οι Ελληνες αφήνουν σε δεύτερη μοίρα την υγεία των ματιών τους.
Πιο συγκεκριμένα, από πρόσφατη έρευνα στην οποία συμμετείχαν 917 εθελοντές, βρέθηκε ότι ένας στους πέντε Ελληνες δεν έχει κλείσει ποτέ στη ζωή του ραντεβού με οφθαλμίατρο, ενώ δύο στους πέντε Ελληνες δεν έχουν μετρήσει ποτέ την πίεση των ματιών τους.
Επιπλέον, από τους πολίτες άνω των 55 ετών – δηλαδή στην ηλικιακή ομάδα όπου το γλαύκωμα είναι συχνότερο – μόνον οι μισοί επισκέπτονται τακτικά τον οφθαλμίατρό τους, ενώ περίπου 15% δεν έχει μετρήσει ποτέ την πίεση των ματιών του.
Εντούτοις, η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας κινδύνου για το γλαύκωμα, άρα το κλειδί για να διατηρηθεί η όραση στους ασθενείς με γλαύκωμα είναι η κατάλληλη ρύθμιση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Πιο συγκεκριμένα, το γλαύκωμα είναι ένα σύνολο οφθαλμικών παθήσεων που οδηγούν σε προοδευτική βλάβη του οπτικού νεύρου. Το οπτικό νεύρο είναι το αρμόδιο όργανο για τη διαβίβαση των πληροφοριών από το μάτι στον εγκέφαλο.
«Το γλαύκωμα μπορεί να καταστρέψει αυτές τις ίνες και να οδηγήσει σταδιακά σε χαρακτηριστική ατροφία του οπτικού νεύρου και απώλεια του οπτικού πεδίου. Με την πάροδο του χρόνου το οπτικό πεδίο συρρικνώνεται τόσο πολύ, που οδηγεί σε τύφλωση», εξηγεί ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου.
Επιπλέον, η πάθηση εμφανίζεται κατά κανόνα και στα δύο μάτια, με χρονική διαφορά. Ομως, επειδή η διαδικασία της βλάβης γίνεται με αργούς ρυθμούς, δεν γίνεται αντιληπτή από αυτόν που πάσχει, παρά μόνο σε προχωρημένο στάδιο.
Τα καλά νέα, σύμφωνα με τους ειδικούς, είναι ότι παρόλο που οι βλάβες που προκαλεί η πάθηση δεν διορθώνονται, η θεραπεία μπορεί να αποτρέψει την περαιτέρω απώλεια της όρασης.  Γι" αυτό και έχει μεγάλη σημασία η πρώιμη διάγνωση της νόσου.
Το γλαύκωμα, σύμφωνα με τον Δημήτρη Παπακωνσταντίνου, συνήθως αντιμετωπίζεται με τη χορήγηση κολλυρίων (μία ή περισσότερες φορές μέσα στο 24ωρο), καθώς φαίνεται να μειώνουν ικανοποιητικά την ενδοφλέβια πίεση. Ο στόχος της αγωγής «είναι η σταθεροποίηση της όρασης, διατηρώντας παράλληλα καλή ποιότητα ζωής, χωρίς παρενέργειες».
Εάν όμως διαπιστωθεί ότι το γλαύκωμα δεν ρυθμίζεται φαρμακευτικά, τότε η επόμενη επιλογή είναι η χειρουργική επέμβαση. Σε κάθε περίπτωση, οι ειδικοί σημειώνουν ότι εκτός από την ηλικία έχει διαπιστωθεί πως υπάρχουν κάποιοι παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν τις πιθανότητες να νοσήσει κανείς από τη συγκεκριμένη πάθηση.
Μεταξύ των παραγόντων, και εκτός από την αυξημένη ή οριακή ενδοφλέβια πίεση, είναι το βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό, η φαρμακευτική αγωγή με κορτιζόνη, ο πιθανός παλαιός τραυματισμός στο μάτι και η μυωπία.

Κλειδί ο έλεγχος
Υπάρχουν τρεις απλές εξετάσεις που γίνονται στο πλαίσιο της διάγνωσης του γλαυκώματος 
1. Μέτρηση ενδοφλέβιας πίεσης
2. Εξέταση νευρικού νεύρου με βυθοσκόπηση
3. Εξέταση οπτικού πεδίου

Ποιοι πρέπει να κάνουν έλεγχο για γλαύκωμα 
– Ατομα ηλικίας άνω των 40 ετών (η εξέταση πρέπει να επαναλαμβάνεται ανά δύο χρόνια) 
– Ατομα με παράγοντες κινδύνου για γλαύκωμα