Από την Ορεστιάδα μέχρι τις Καστανιές τα χιλιόμετρα δεν είναι πολλά. Φτάνοντας όμως στο μικρό χωριό της βορειοανατολικής άκρης της Ελλάδας, εσχατιά με τα όλα της, σου γεννιέται το γνωστό ερώτημα: αν εδώ τελειώνουν όλα για μας τους πρωτευουσιάνους ή απλώς εδώ αρχίζουν για τους ντόπιους του μικρού χωριού του Εβρου. Εδώ είναι γνωστό κυρίως από το καλοκαιρινό φεστιβάλ του ποταμού Αρδα. Τώρα, μεσημέρι, το ποτάμι στην άκρη του χωριού μοιάζει να ξεχειλίζει και έχει σκεπάσει για τα καλά τη γέφυρα μπροστά από το καφέ – εστιατόριο, ένα εκ των μοντέρνων για τη νεολαία. Οι ντόπιοι κοιτούν προς τον ποταμό, αλλά και νοερά στο σημείο όπου έγινε το επεισόδιο με τους δύο έλληνες στρατιωτικούς που, όπως βοούν οι Καστανιές, «έπεσαν σε ενέδρα» από τους Τούρκους. Δίπλα στη συνοριογραμμή η αίσθηση αυτή είναι διάχυτη.
ΕΞΟΙΚΕΙΩΜΕΝΟΙ. Στα μικρά καφενεία έχουν ως θέμα τη σύλληψη, που δεσπόζει στην επικαιρότητα αλλά με έναν διαφορετικό τρόπο από τα καφέ της πόλης ή τα κοινωνικά δίκτυα. Συνηθισμένοι στις εντάσεις, αλλά και απόλυτα εξοικειωμένοι με τους γείτονες. Οπως τώρα που το φως πέφτει ομολογουμένως πιο γρήγορα από όσο περιμένεις και στον συνοριακό σταθμό του τελωνείου, εδώ που τα σύνορα είναι ένα μέτρο από εμάς, τα τουρκικά αυτοκίνητα καταφτάνουν κομβόι. Σε αντίθεση με τα λιγοστά ελληνικά που περνάνε προς Αδριανούπολη, τουλάχιστον την ώρα που εγώ τα παρατηρώ από το τελευταίο ελληνικό βενζινάδικο – παντοπωλείο μετωπικά με την Τουρκία. «Οι νέοι τούρκοι έρχονται Ελλάδα, Ορεστιάδα, Καστανιές και αλλού, αφού είναι πιο χαλαρά τα πράγματα εδώ σε εμάς από ό,τι εκεί» μου λέει ο ταξιτζής Βασίλης – Γιλμάζ που έχει βαφτιστεί ορθόδοξος λόγω ενός βραχύβιου γάμου.
«Δεν έχουμε εικόνα τι γίνεται με Τουρκία και τους συλληφθέντες. Κρατάμε ξέρεις και μικρό καλάθι εμείς εδώ στην άκρη της χώρας. Οι πληροφορίες πρέπει να φιλτράρονται. Πάντως, εδώ πάνω ενέδρα βλέπουμε να έχει γίνει», μου λέει καθώς τον αποχαιρετώ και μπαίνω στην Αδριανούπολη πεζός.
Το ελληνικό τελωνείο μέχρι το τουρκικό είναι περίπου δέκα λεπτά με τα πόδια, σε μια παράξενη ησυχία, όπου η μία σημαία μοιάζει να κοιτά ακούραστα την άλλη. Μόνον η σκοπιά με τα δύο Ελληνόπουλα με επαναφέρει στο ολίγον κλίμα επιφυλακής. Από το τουρκικό τελωνείο μέχρι το κέντρο της Αδριανούπολης η απόσταση είναι μικρή, αλλά ο τούρκος ταξιτζής με το παχύ μουστάκι κάνει λάθος και με βγάζει στη ρεσεψιόν φοιτητικής εστίας γεμάτη φωτογραφίες του Κεμάλ (όχι του χατζιδακικού, προφανώς). Κεμάλ βλέπω και σε ζαχαροπλαστείο της οδού Hukumet ενώ ο ταμίας τον αποκαλεί Μεγάλο Πατέρα (Big Father). Πιάνουμε κουβέντα για Ελλάδα – Τουρκία, μαλακώνει το βλέμμα του, μου πετάει ελληνικές λέξεις.
Εκεί που αρχίζει το εμπόριο τελειώνει ο εθνικισμός. Την ίδια  ώρα οι πληροφορίες από μια πεντάωρη Επιτροπή Εξωτερικών και Αμυνας σε Ελλάδα λένε πως η υπόθεση των δύο συλληφθέντων ελλήνων στρατιωτικών που κρατούνται σε φυλακές Αδριανούπολη υψίστης ασφαλείας έχει εργαλειοποιηθεί για τα καλά από την Τουρκία και πως θα κρατήσει σε μάκρος.  «Τεσεκιούρ» (ευχαριστώ) μου λέει ένας ταβερνιάρης που με σερβίρει στο κέντρο της Αδριανούπολης στον ίσκιο του μεγάλου τζαμιού. Ο Οπτί, πίσω από την κουζίνα με τα μαγειρευτά, μου χαμογελά, ρωτάει για Ελλάδα και μου λέει πως δεν έχουμε να χωρίσουμε τίποτε. Ο φοιτητής που μου συστήνεται Οσμάν και περνάει βιαστικός βγάζει τα ακουστικά του για να καταλάβει τι ρωτώ αλλά αρνείται να εμπλακεί σε πολιτική κουβέντα.
Η πόλη ερημώνει γρήγορα, πλην του ιστορικού κέντρου της, που κάπως κρατά με τις νέον ταμπέλες και τα καφέ. Τίποτε δεν προδίδει την ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ίσως η πόλη είναι μεγάλη και δεν αποτυπώνεται αυτό με την πρώτη βόλτα.